ΠΟΙΗΣΗ
Ετούτο το στρατί μακραίνει
Του Βασίλη Χαραλάμπους
Από τότε που το νύχτωμα αρχίνισε
ατέλειωτο και το στρατί φαντάζει
από κείνο του Γιούλη τον όλεθρο.
Όλη ετούτη την πλατωσιά
στον ολοπράσινο κάμπο της Μόρφου
είναι καλά φυλαγμένη
στις τόσες μας θύμισες.
Κάθε απόβραδο
ετούτο το στρατί μακραίνει
καθώς μακραίνει περίεργα
και το φεγγαρίσιο φως
με τα στορήματα της γιαγιάς που ξεχνιέται ώρα πολλή να διηγιέται
για το βυζαντινομονάστηρο της Παναγιάς της Κυράς
τον Άη Γιώργη τον Ρηγάτη
τον Άη Στέφανο και την Χρυσελεούσα Παναγιά.
Εκεί ανάμεσα στις φυλλωσιές της Κυράς
ακούς του πουνέντε το ψυχομαχητό
να προσπερνά τον Οβγό ποταμό.
Ούτε ο απόηχος απόμεινε
από κείνο το ποδοβολητό των Ναϊτών
ούτε κι οι θριαμβικές ιαχές των Ιωαννιτών
κι ας λέγαν πως είναι τούτο το πλάτος
παραπανήσιο λάφυρο της Κουμανταρίας του Τέμπλους
τότε που τη λεβεντιά προσμετρούσαν με το μακρύ θηκάρι.
Ότι περισσεύει από τούτη του καημού μας τη διαδρομή
κείνη η ολόϊδια παντοχή για να’πιστρέψουμε.
ΠΟΙΗΣΗ
Ὁ ἅγιος Γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς
(Ἀρχιμανδρίτης Παλαμᾶς Δημητρίου)
Στῆς Πάρου τὸ μικρὸ νησί, στὸ γαλανὸ Αἰγαῖο, φτωχὸ παιδὶ γεννήθηκε, μὰ στὴν ψυχὴ ὡραῖο. Φραγκίσκο τὸ ὀνόμασαν καὶ ἦταν ὅλο χάρη, γιατὶ στὸ μέλλον θἄτανε τοῦ Ὄρους τὸ καμάρι.
Στὶς Λεῦκες τὸ μικρὸ χωριὸ μεγάλωσε ὁ Φραγκίσκος καὶ ἔλαμπε ἀπὸ μικρός, ὅπως τοῦ ἥλιου ὁ δίσκος. Στὶς παραδόσεις τὶς ἁγνές, ποὺ εἶχαν τότε νόμο, μ’ εὐλάβεια ἀνατράφηκε γιὰ τοῦ Χριστοῦ γιὰ δρόμο.
Ἡ μάνα του ᾿δε ἄγγελο, νὰ παίρνει τὸ παιδί της, καὶ σὰν τοῦ ἀντιστάθηκε τῆς εἶπε: «ὁ Τεχνίτης καὶ ἄναρχός μας Λυτρωτής, ποὺ κυβερνᾶ τὴν πλάση τὸ θέλει γιὰ τὰ σχέδια, ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει».
Αὐτὰ εἶπε καὶ πέταξε ὁ θεῖος στρατηλάτης καὶ ἡ μανούλα χαρωπὰ τὰ βάζει στὴν καρδιά της. Ξεκάθαρα κατάλαβε πὼς τὸ μικρὸ παιδί της, στὸ μέλλον θὰ γινότανε τῆς ἀρετῆς τεχνίτης.
Στὴ φτώχεια καὶ στὴ στέρηση, ποὺ ἦταν τότε νόμος, μεγάλωσε καὶ ταπεινὰ μαθαίνει νἆναι μόνος, ἀναζητώντας τὸν Θεό, ποὺ τὸν καθοδηγοῦσε καὶ τὴν ἁπλή του τὴν καρδιά, μὲ φῶς τὴν πλημμυροῦσε.
Τὰ ἤθη τότε καθαρά· γιὰ ἀρετὴ διψάει· σὰν ἀετὸς χρυσόφτερος στὸν ἁγιασμὸ πετάει· καὶ κυνηγάει ἀγαθὰ πνευματικῆς ἀξίας, στοὺς καθαροὺς τοὺς οὐρανούς, τῆς Πάρου τῆς ἁγίας.
Ἡ φτώχεια τὸν ἀνάγκασε στὴν ξενιτειὰ νὰ πάει καὶ στὴν Ἀθήνα τὴν ψυχρή, τὸν ἔμπορο νὰ κάνει. Αὐτὸς ὅμως δὲν κοίταζε τοῦ κόσμου τὴν πραμάτεια, ἀλλὰ τῆς θείας ἀρετῆς τὰ ἄφθαρτα παλάτια.
Στὰ ξένα ἡ σκληρὴ ζωὴ τὸν ἔκανε νὰ μάθει, νὰ εἶναι καὶ ἀγωνιστής, καὶ νὰ νικάει τὰ πάθη. Τὰ πλούτη δὲν ἀγάπησε, τοῦ κόσμου τὶς ἀνέσεις· Ἡ Χάρι τὸν καθοδηγεῖ: «προσέχεις, νὰ μὴν πέσεις!».
Μιὰ μέρα σ’ ἕνα ὄνειρο, τ’ ἀνάκτορα περνάει καὶ δύο αὐλικοὶ λαμπροὶ τὸν παίρνουν στὸ παλάτι· τοῦ δίνουν μιὰ λευκὴ στολή, στὸν Βασιλιὰ τὸν πῆγαν, τοῦ λὲν ἐδῶ θὰ εἶσαι πιά, ν’ ἀγωνιστεῖς καὶ φύγαν.
Μετὰ πετάει μὲ χαρὰ στοῦ Ἄθωνα τὰ μέρη, καὶ Γέροντα ἀναζητᾶ τὸν ἁγιασμὸ νὰ ξέρει. Στὴν ἔρημο τὴν πενιχρὴ καὶ στὴν σκληρὴ ζωή της αὐτὸς ζητᾶ τὴν ἀρετή, στὴν ὕψιστη μορφή της. Μιὰ μέρα προσευχότανε μὲ πόνο στὴν καρδία καὶ ἕνα φῶς οὐράνιο, μιὰ θεία ἐμπειρία· τὸν πλυμμυρίζει δυνατὰ καὶ ἡ εὐχὴ ἡ θεία, ξεκίνησε νὰ λέγεται χωρὶς καμμία βία.
Στὴν ἀγαθή του τὴν καρδιά, ποὺ χρόνια κυβερνοῦσε καὶ μὲ ἐπιμέλεια πολλὴ στὸ φῶς τὴν ὁδηγοῦσε. Ἡ καρδιακὴ εὐχὴ σαφῶς, ἤτανε θεῖο δῶρο, ποὺ τὸν θωράκιζε καλά, ν’ ἀντέχει κάθε πόνο.
Ἀπ’ τὴν κορφὴ τοῦ Ἄθωνα τὸ φῶς εἶχε κατέβει, μετὰ ἀπὸ πειρασμοὺς πολλοὺς καὶ εὐθὺς τὸν γαληνεύει. Ποτὲ δὲν ἐσταμάτησε νὰ λέγεται ἡ εὐχούλα καὶ τοῦ γλυκαίνει διαπαντὸς τὴν ταπεινὴ καρδούλα.
Ἡ προσευχὴ ἡ καρδιακὴ θὰ ἦταν μέχρι τέλους, σὰν ὅπλο θεοδώρητο στοὺς νοητοὺς πολέμους. Καὶ κάθε βράδυ ταπεινὰ δούλευε στὴν καρδιά του, τὰ πάθη νὰ ἐκριζωθοῦν μὲ μνήμη τοῦ θανάτου.
Μετὰ στὸν Ἄθωνα κοντά, γιὰ σύντροφό του παίρνει τὸν μοναχὸ Ἀρσένιο, ποὺ ὁ Θεὸς τὸν στέλνει· καὶ θἄτανε ἀχώριστοι σὰν δύο ἀδελφάκια, ποὺ δίψαγαν γιὰ ἀρετή, σὰν δυὸ μικρὰ δεντράκια.
Στὸν Δανιὴλ τὸν ξακουστὸ στὰ Κατουνάκια πάει, σὰν ἀετόπουλο μικρό, ποὺ γιὰ τροφὴ πεινάει. Σοφὰ τοῦ δίνει συμβουλή, τοῦ λέει νὰ ξεκινήσει, ἀπὸ τὴν ἅγια ὑπακοὴ τὴν Χάρι νὰ κερδήσει.
Μὲ τὸν Ἀρσένιο μαζί, γιὰ Γέροντα κοιτᾶνε, καὶ βρίσκουν Γέροντα σοφὸ νὰ ξέρει πῶς νὰ πᾶνε. Ἐφραὶμ τὸν λέγαν καὶ εἶν’ ἁπλός, σὰν ἄκακο ἀρνάκι, μὰ τὸν φωνάζαν Βαρελᾶ, γιατὶ βαρέλια κάνει.
Μὲ σιωπὴ καὶ προσευχὴ ἡ μέρα τους περνάει καὶ μὲ ἐργόχειρο λιτὸ τὸ μεροδούλι πάει. Σὲ πανηγύρια καὶ χαρὲς κανένας τους δὲν πάει· γιὰ πλάνη τοὺς κατηγοροῦν, ποὺ τόσο τοὺς πονάει.
Σὲ μιὰ σπηλιὰ εὐχότανε μὲ πόνο καὶ μὲ βία καὶ ξαφνικὰ ἐμφανίστηκαν παιδιὰ ὡραῖα τρία. Καὶ ἤτανε ὁλόϊδια τὰ τρία τὰ παιδάκια καὶ εὐλογοῦσαν συνεχῶς μὲ τὰ δεξιὰ χεράκια.
Ὁ Γέροντας ἐθαύμαζε τὴν ὡραιότητά τους, τὴν ὀμορφιά, τὴν χάρη τους καὶ τὴν σεμνότητά τους, καὶ πὼς παιδιὰ τὸσο μικρὰ βρεθῆκαν στὴν σπηλιά του καὶ εὐλογοῦσαν μὲ χαρὰ τὴν ταπεινότητά του.
VΚαὶ ψάλλανε μελωδικὰ τὸν ὕμνο τὸν τρισάγιο, μὲ μελωδία θαυμαστὴ καὶ ἕνα ἦχο ἅγιο. Καὶ πήγαιναν πότε μπροστὰ καὶ πότε πίσω πάλι καὶ τὴν καρδιά του γέμιζαν, μὲ τ’ οὐρανοῦ τὰ κάλλη.Στὰ Κατουνάκια δὲν μποροῦν νὰ βροῦνε ἡσυχία κι ἀποφαζίζουν πιὸ ψηλὰ ν’ ἀνέβουνε μὲ βία. Στὸν Ἅγιο Βασίλειο, μὲ ζῆλο ἀνεβαίνουν καὶ κτίζουν τὴν καλύβα τους κι εὐτυχισμένοι μπαίνουν.
Μιὰ ὀπτασία φοβερὴ τοῦ ἔδειξε ἡ Χάρι πῶς ἦταν σ’ ἕνα πόλεμο κι ἀπόφαση νὰ πάρει· στὴν πρώτη τὴν γραμμὴ εὐθύς, ἂν θέλει νὰ τὸν πάει, νὰ πολεμήσει τοὺς ἐχθρούς, ποὺ ἤτανε κοπάδι.
Καὶ ἕνας στρατηγὸς ψηλὸς τοῦ εἶπε ἂν θελήσει τοὺς μαύρους καὶ τοὺς φοβεροὺς ἐχθροὺς νὰ πολεμήσει, αὐτὸς πολὺ θὰ βοηθᾶ, τὸν νοῦ του θὰ φωτίσει, γιὰ νὰ μπορέσει μὲ ὁρμὴ τοὺς μαύρους νὰ νικήσει.
Ὁ Γέροντας ἀπάντησε ὅτι πολὺ τὸ θέλει, νὰ πολεμήσει τοὺς ἐχθροὺς χωρὶς ὅπλα καὶ βέλη, ἀλλὰ μὲ τὴν βοήθεια τῆς Χάριτος καὶ μόνο, ποὺ θεραπεύει κάθε νοῦ καὶ διώχνει κάθε πόνο.
Στ’ ἁγίου Ἀθανασίου, τὸ σπήλαιο τὸ ἅγιο, τὸ μέγα σχῆμα δέχτηκε μὲ αἴσθημα πανάγιο. Τὸν διάβασε ὁ ἀσκητὴς μέσα στὸ ἐκκλησάκι κι ὀνομάστηκε Ἰωσήφ, ὡς ἄκακο ἀρνάκι.
Μιὰ ὀπτασία τρομερὴ ἡ Χάρις φανερώνει· παγίδες πάμπολλες παντοῦ τὸ ταγκαλάκι στρώνει· καὶ ἐνῶ οἱ μοναχοὶ περνοῦν πιάνονται στὶς παγίδες κι ἡ σωτηρία χάνεται καὶ σβήνουν οἱ ἐλπίδες.
Ὁ Σατανᾶς σὰν δράκοντας, πολλὴ κακία δείχνει καὶ χαίρεται ποὺ μοναχούς, μέσ’ τὶς παγίδες ρίχνει. Ὁ Γέροντας ἐκστατικός, ἀλλὰ καὶ πικραμένος νὰ βλέπει τόση πονηριά, ἀλλὰ καὶ τόσο μένος.
Ἀμέσως πόλεμος βαρύς, ἀρχίζει μὲ τὴν σάρκα καὶ ἡ ζωή του ἔγινε τρικυμισμένη βάρκα. Αὐτὸς μὲ θάρρος πολεμᾶ καὶ στὸν Θεὸ ἐλπίζει γιὰ νὰ νικήσει τὸν Ἐχθρό, τὴν σάρκα ποὺ φλογίζει.
Ὀκτὼ χρόνους ὁλόκληρους ἡ σάρκα τυραννάει, ἀλλὰ ὁ Γέροντας σκληρά, τὴν ἀντιπολεμάει. Στὸ τέλος εἶδε ὁρατὰ τὸ Πνεῦμα τῆς πορνείας, ποὺ μόνο οἱ ἀνδρεῖοι νικοῦν διὰ μεγάλης βίας.
Μιὰ μέρα π’ ἀνεβάζανε στὸ καλυβάκι στάρι, ἀπ’ τὴν νηστεία τὴν πολλὴ τὰ πόδια του νὰ πάρει, καθόλου δὲν μπορεῖ γιατὶ τὸ σῶμα εἶναι λειῶμα κι ὁ Γέροντας σταμάτησε μὲ τὴν ψυχὴ στὸ στόμα.
Μὰ πάνω π’ ἀπελπίστηκε καὶ θέλει νὰ τ’ ἀφήσει, νοιώθει μιὰ δύναμη γλυκιά, ποὺ νὰ τὸν ἐνισχύσει, ὁ Κύριος ἀπέστειλε μὲ τὴν σοφή του κρίση καὶ ἀνεβαίνει στὴν κορφή, χωρὶς νὰ σταματήσει.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος σὲ ὕψος μέγα ἦταν καὶ κάθε μέρα ν’ ἀνεβεῖς ὁ κόπος παραῆταν. Μετὰ ἐμπῆκαν στὶς σπηλιές, κοντὰ στὴν Ἅγια Ἄννα·
μικρὲς κι ἀπέριττες φωλιές, νὰ βροῦν τὸ «θεῖο μάννα».
Στὴν Νέα Σκήτη τελικὰ γιὰ πάντα κατεβαίνουν, γιὰ ν’ ἀποφύγουν τὰ πολλὰ σκαλιὰ νὰ ἀνεβαίνουν. Τὸ κλίμα ἦταν ξερικὸ καὶ εἶχε ἡσυχία, ποὺ ἦταν ἀπαραίτητη γιὰ θεία ἀδολεσχία.
Μιὰ ἄνοιξη ἀνέβηκαν στὸν Ἄθω ν’ ἀσκητέψουν· τῆς ἡσυχίας τοὺς καρποὺς μὲ ζῆλο νὰ τοὺς δρέψουν. Στὸ ἐκκλησάκι στὴν κορφὴ βρίσκουνε μῆλα τρία, ποὺ ἔστειλε στοὺς ἀσκητὲς ἡ Χάρις ἡ ἁγία.
Τὰ δέντρα ἦταν στοὺς ἀνθοὺς καὶ δὲν ὑπῆρχαν μῆλα, ἀλλὰ ἡ Χάρις ὅρισε ἀγγέλους καὶ τὰ στεῖλαν. Ὡς δῶρο καὶ παρηγοριὰ στοὺς ἥρωες τῆς πάλης κατὰ τοῦ πονηροῦ ἐχθροῦ, πατέρα τῆς κραιπάλης.
Μ’ ἀγῶνες ὑπερφυσικοὺς μ’ ἀγάπη καὶ μὲ νήψη, κατάφερε νὰ ἀνεβεῖ στοῦ ἁγιασμοῦ τὰ ὕψη. Καθηγητὴς τῆς προσευχῆς, τῆς ἄσκησης ἐργάτης καὶ φόβητρο τοῦ πονηροῦ «ἀγγέλου» τῆς ἀπάτης.
Τὸ ἡμερολογιακὸ πολὺ τὸν ἐνοχλοῦσε καὶ κάνει προσευχὴ θερμή· ἀπάντηση ζητοῦσε. Φωνὴ ἀκούει θεϊκή, ποὺ ἔδινε τὴν λύση: «Ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται στῆς Πόλεως τὰ τείχη».
Ἀμέσως ἐγαλήνευσε κι ὁ ἐραστὴς τοῦ κόπου, ἄρχισε τὸ μνημόσυνο, τοῦ πρώτου Ἐπισκόπου· καὶ εἶδε ὅτι ὁ Θεός, δὲν ἀγαπᾶ τὸ σχίσμα, ποὺ ζηλωτὲς ἀδιάκριτα, κάνουνε ἀπὸ πεῖσμα.
Μιὰ μέρα σὲ προσκυνητὴ γιὰ τὸν Θεὸ μιλοῦσε καὶ γιὰ τὰ καλογέρια του, αὐτὸς τὸν ἐρωτοῦσε. Ὁ Γέροντας ἀπάντησε ὅτι τὰ καλογέρια, τὸν Ἄθω θὰ γεμίσουνε μὲ μοναχοὺς ἀστέρια.
Τοὺς μαθητές του χώρισε κατόπιν «ὁδηγίας» γιὰ νὰ γινοῦν ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς νέας συνοδίας ἦταν τὸ θέλημα Θεοῦ νὰ γίνουν συνοδίες, ποὺ θὰ ἐπάνδρωναν σωστά, πολλὲς Μονὲς ἁγίες.v
Τὴν Παναγιά μας τὴν χρυσῆ, πολὺ τὴν ἀγαποῦσε κι αὐτὴ ἐμφανιζότανε καὶ τὸν παρηγοροῦσε. Μιὰ μέρα ὁλοζώντανη, σὰν ἥλιος πρὶν νὰ δύσει τοῦ χάϊδεψε τὸ πρόσωπο, νὰ τὸν παρηγορήσει.
Τὸ θεῖο βρέφος τοὔδωσε στὴν ἀγκαλιὰ νὰ πάρει, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν τόλμησε τὸν Κτίστη του νὰ πάρει. Ὁ Κύριος τὸν χάϊδεψε μὲ τὸ μικρό του χέρι καὶ μιὰ πρωτόγνωρη χαρὰ εὐθὺς τὸν συνεπαίρνει.
Ἡ Παναγιὰ ἡ λατρευτή, τὴν μέρα τῆς γιορτῆς της τὸν κάλεσε στὸν οὐρανό, ποὺ θέλει ὁ κάθε μύστης. Ὁ μήνας ἦταν Αὔγουστος κι ὁ Γέροντας πετάει, στῶν ἀθανάτων τὶς σκηνές, ὁλόφωτος περνάει.
Ἡ συνοδία θλίβηκε, ἡ λύπη τοὺς ἀγγίζει, ἀλλὰ καὶ ἀναστάσιμη χαρὰ τοὺς πλυμμυρίζει. Ὁ μέγας στύλος ἔφυγε καὶ πάει στὰ οὐράνια κι ἡ συνοδία ἔνοιωσε μιὰ παγερὴ ὀρφάνια.
Σὲ μιὰ καλογριὰ πιστὴ ἐφάνηκες γιὰ λίγο καὶ τὴν ἐπληροφόρησες: «Ὅτι ἐγὼ θὰ φύγω· καὶ ἦρθα νὰ σὲ ξαναδῶ, νὰ σ’ ἀποχαιρετήσω, προτοῦ τὸν ψεύτικο ντουνιά, γιὰ πάντα τὸν ἀφήσω».
Στὴν Νέα Σκήτη τάφηκε, κι ὁ τάφος του ἐγίνη τῆς χάριτος ναὸς λαμπρὸς καὶ ἀρετῆς καμίνι. Τὰ ἅγιά του λείψανα συχνὰ εὐωδιάζουν καὶ εἶναι ἰαματικὰ καὶ τοὺς πιστοὺς ἁγιάζουν.
Ἀλλὰ –πράγμα οὐράνιο– νοιώθουν τὸν θρίαμβό του, νὰ τοὺς πληροφορεῖ καλά, πὼς πῆγε στὸν Θεό του. Καὶ τώρα ἀπὸ ᾿κεῖ ψηλά, γιὰ πάντα θὰ τοὺς βλέπει μέχρι νὰ πᾶνε καὶ αὐτοὶ στὴν ἴδια τὴν σκέπη.
Τὰ χνάρια τοῦ Κυρίου μας πιστὰ ἀκολουθοῦσες γιὰ νὰ βρεθεῖς στὴν ἀγκαλιά, Αὐτοῦ ποὺ ἀγαποῦσες. Ὁ βίος σου ἀγγελικὸς καὶ ἡ ζωή σου ἅγια καὶ δὲν ὑπέκυψες ποτὲ στοῦ Πονηροῦ τὰ «μάγια».
Χιλιάδες εἶν’ οἱ μοναχοὶ κι οἱ μοναχὲς ποῦ βγῆκαν, ἀπὸ τὴν ἅγια ρίζα του καὶ στὴν παλαίστρα μπῆκαν, τοῦ Πνεύματος τὴν φοβερὴ κι ἀκολουθοῦν τὰ ἴχνη τοῦ διδασκάλου τῆς εὐχῆς, π’ ὅλους τὸν δρόμο δείχνει.
Σὲ πάμπολλους ἐφάνηκες, στὸ ξύπνιο καί στὸν ὕπνο, γιατὶ σὰν μάνα στοργική, ὅλους καλεῖς στὸ δεῖπνο, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ· ἐκεῖ ποὺ εἶσαι τώρα καὶ μὲ τὶς ἅγιες σου εὐχές, θὰ ἔρθουμε μιὰ ὥρα.
Τὰ τέκνα σου πλημμύρισαν τὸν Ἄθωνα καὶ μένει ἡ ἅγια σου κληρονομιά, παντοῦ στὴν οἰκουμένη. Μέχρι καὶ στὴν Ἀμερική, τοῦ ὑλισμοῦ τὴν μάνα, τὰ λόγια σου ἀκούγονται, Ἀνάστασης καμπάνα.
Ἀγάπησες ἀπὸ μικρὸς τοῦ οὐρανοῦ τὸν Κτίστη καὶ τὸν ἐδόξασες πολύ, μὲ τὴν θερμή σου πίστη. Ὁ βίος σου ἀσκητικός· στοὺς πονεμένους χάδι· στὸν Ἄθω ἔλαμψες πολύ, σὰν ἥλιος στὸ σκοτάδι.
Νὰ στέκεις στὸ Καθολικό, τῆς τοῦ Βατοπαιδίου, σὲ εἶδε ὁ Γερο-Ἰωσήφ, «εἰς τὰς δυσμὰς τοῦ βίου» . Μέσ’ τὸν Ἀρχιερατικό, στεκόσουνα τὸν θρόνο καὶ συνιστᾶς ὑπομονή, στὸν κάθε ἕνα πόνο.
Γέροντά μας ἀξέχαστε, ἐκεῖ ποὺ εἶσαι τώρα, κάνε νὰ ἔρθουμε καὶ μεῖς, ὅταν τὸ φέρει ἡ ὥρα. Πατέρα μας πανάγιε, ποὺ τὸν Χριστὸ διψοῦσες, κάνε νὰ βροῦμε καὶ ἐμεῖς, Αὐτὸν ποὺ ἀγαποῦσες.
ΠΟΙΗΣΗ
Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
(Ἀρχιμανδρίτης Παλαμᾶς Δημητρίου)
Τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ θαρρεῖς, πὼς γίνεται αἰώνας,
μὲ ταπεινὴ ματιὰ σὰν δεῖς, τὸν πόνο τῆς εἰκόνας.
Ἀγκάθινος ὁ στέφανος καὶ πάναγνο τὸ αἷμα,
ποὺ χύνεται στὸ μέτωπο καὶ φαίνεται σὰν ψέμα.
Τὸ θεῖο αἷμα ποὺ κυλᾶ καὶ τὶς καρδιὲς ματώνει,
τὰ λάθη σβήνει τῶν θνητῶν καὶ ὅλους μᾶς ἑνώνει.
Πιλάτος καὶ Ἀρχιερεῖς στὸν πόνο σου καγχάζουν,
μὰ ὅλοι οἱ ταπεινοὶ τῆς γῆς, τὸν ζοῦν καὶ τὸν θαυμάζουν.
Ὁ ἥλιος ἔφριξε κι ἡ γῆ νὰ τοὺς σκεπάσει θέλει,
οἱ ἄγγελοι τρομάζουνε κι ἡ Παναγιά μας κλαίει.
Μὲ πόνο καὶ μὲ σπαραγμὸ καὶ χέρια παγωμένα,
πῶς σὲ κοιτᾶ ἡ Παναγιά, μὲ μάτια δακρυσμένα!
Πῶς ἄντεξες, ὦ οὐρανέ, καὶ γῆ, πῶς δὲν σαλεύεις;
Τὸν πλάστη σου σταυρώνουνε καὶ σὺ τοὺς ὑποφέρεις;
Ὁ θάνατος νικήθηκε, ὁ Ἅδης τώρα κλαίει,
ἡ δόξα σου συνέτριψε τὸν διάβολο πού λέει:
Τί ἤθελα καὶ σταύρωσα τὸν γόνο τῆς Μαρίας
καὶ ὁ σταυρός του ἔγινε πηγὴ τῆς σωτηρίας;
Τὰ χέρια ἁπλώνεις στὸ Σταυρὸ καὶ θλίβεις τὴν Μαρία,
μὰ ὁ θάνατός σου γίνεται ζωὴ καὶ σωτηρία.
Κι ὁ κόσμος ποὺ σὲ πίστεψε, μὲ τὴ ματιὰ καθάρια,
τοὺς βάρβαρους νὰ παίζουνε τὰ ροῦχα σου στὰ ζάρια,
vπῶς τοὺς κοιτᾶ; Τί σκέφτεται; Πῶς ζεῖ; Μεγάλη μπόρα!
Καμπάνες τῆς Ἀνάστασης, ἀντιλαλῆστε τώρα!
ΠΟΙΗΣΗ
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΙΩΣΗΦ
(Ἀρχιμανδρίτης Παλαμᾶς Δημητρίου)
Στῆς Τσάδας τὸ μικρὸ χωριό, στῆς Κύπρου μας τὰ μέρη
τὸ φῶς τοῦ ἥλιου γνώρισε, παιδάκι σὰν ἀστέρι.
Σωκράτη τὸ ὀνόμασαν, καὶ ἦταν μία στάλα,
μὰ στὴν ψυχὴ ἦταν τρανό, καὶ πνεῦμα ἀπ’ τὰ μεγάλα.
Μικρὸ μικρὸ ξεκίνησε, μὲ φλόγα στὴν ψυχή του,
μὲ τὸν Θεὸ νὰ ἑνωθεῖ, ἡ ἄγουρη ζωή του.
Γιὰ γράμματα δὲν φρόντισε, γιὰ γνώσεις καὶ πτυχία,
ποὺ τὴν ἡμέρα τὴν στερνή, δὲν θἄχουνε ἀξία.
Στὸ Σταυροβούνι πέταξε, μὲ ὅσιους Πατέρες,
τὸν πόλεμο νὰ μάθει πιά, μὲ δάσκαλους ἀστέρες.
Ἐκεῖ τὰ ράσα φόρεσε, Σωφρόνιος στὴν κλήση,
καὶ σωφροσύνη πάσχιζε, θερμὰ γιὰ ν’ ἀποκτήσει.
Κυπριανὸς ὁ ξακουστός, μὲ τέχνη ὁδηγοῦσε,
Πατέρες ταπεινοὺς πολλούς, καὶ ὅλους νουθετοῦσε.
Τὸν Γέροντα συμβούλεψε, στὸν Ἄθω νὰ πετάξει,
σὰν διψασμένος ἐρωδιός, γιὰ «ὕδωρ ζῶν» νὰ ψάξει.
Ὁ Γέροντας ὑπάκουσε, τὴν Κύπρο νὰ ἀφήσει
καὶ στοῦ ἁγίου Ἄθωνα, τὶς κορυφὲς νὰ ζήσει.
Ξεκίνησε τὴν ἀρετή, μ’ εὐλάβεια νὰ ψάξει,
σὰν τὸ καράβι ποὺ ζητᾶ, λιμάνι γιὰ ν’ ἀράξει.
Γιὰ νὰ ’βρει ὁδηγὸ σοφό, καὶ ἔμπειρο στὰ θεῖα,
πολλοὺς ἀγῶνες ἔκανε καὶ μὲ αὐτοθυσία.
Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ ὁ Κτίστης,
τοῦ γνώρισε ἡσυχαστῆ, ποὺ ἦταν μέγας μύστης.
Ὁ Ἰωσήφ, ὁ Ἡσυχαστής, ποὺ σὲ σπηλιὰ μικρούλα,
διέμενε ἀσκητικά, καὶ μὲ τὴν προσευχούλα,
σοφὰ μετ’ ἀπὸ προσευχή, τὸν δέχεται κοντά του,
τὸν κάνει μεγαλόσχημο, τοῦ δίνει τ’ ὄνομά του.
Ὁ Γέροντας περιχαρής, ποὺ βρῆκε τὸ λιμάνι
ἐπάσχιζε ὁλημερίς, γιὰ τ’ ἄφθαρτο στεφάνι.
Μὲ τὴν εὐχούλα συνεχῶς, στὰ χείλη καὶ στὸν νοῦ του,
ἀγωνιζόταν διαρκῶς νὰ ἐμπλησθεῖ τοῦ πλούτου.
Τοῦ πλούτου τοῦ οὐράνιου, ποὺ ὁ Θεὸς χαρίζει,
σ’ ὅποιον μοχθεῖ ἀληθινά, καὶ τὴν ψυχὴ στολίζει.
Ζωὴ σκληρὴ ἐζούσανε, ἀπίστευτη στοὺς ξένους,
ποὺ στὴ ζωὴ ποθούσανε, ἀνέσεις καὶ ἐπαίνους.
Τριγύρω του μαζεύτηκαν, καὶ ἄλλα καλογέρια,
ποὺ ἔνθερμα ὀρέκτηκαν, νὰ γίνουν σὰν ἀστέρια.
Ἀστέρια ποὺ πνευματικά, στὸν κόσμο τοῦτο ζοῦνε,
καὶ λάμπουν ὑπερφυσικά, σ’ ὅσους τὸ φῶς ποθοῦνε.
Ὁ Γέροντας προβλέποντας, τὴν μέλλουσα πορεία,
διατάζει ὅλοι χωριστά, ἀπὸ τὴν συνοδεία,
νὰ ζήσουνε ἀσκητικά, καὶ γράψαν Ἱστορία,
ποὺ γιὰ τὸν Ἄθω εἰδικά, ἐφάνη σωτηρία.
Στὴν Κοίμηση τῆς Παναγιᾶς, ὁ Γέροντας θὰ σβήσει,
σὲ μιὰ ἡμέρα φωτεινή, π’ ἀγάλλεται ἡ φύση,
καθὼς αὐτὸς εὐχήθηκε, διαβάζοντας τὸν βίο,
τοῦ Γερασίμου τοῦ κλεινοῦ, ποὺ εἶχε τέλος θεῖο.
Ὁ Γέροντας ἀναχωρεῖ, σὰν ἥλιος ποὺ ’χε δύσει,
ἀφήνοντας στὸ πόδι του, Πατέρες ποὺ ’χαν ζήσει,
τῆς ἄσκησης τὴν ἀρετή, μ’ ἀκρίβεια καὶ πόθο
καὶ τὴν ὑπακοὴ σωστή, χωρὶς σημάδι νόθο.
Τὸν Γέροντά μας ὅρισε, σὲ ἕνα καλυβάκι,
ποὺ μὲ τὰ χέρια του ἔκτισε, μονάχος σὰν πουλάκι.
Ἐκεῖ ἐργάστηκε σκληρά, τῆς νηπτικῆς τὸ μέλι,
ποὺ μόνο ὅποιος γεύτηκε, γνωρίζει μὰ καὶ θέλει.
Τὰ βάσανα κι οἱ πειρασμοί, ἀρχίζουν νὰ θεριεύουν,
μὰ ὁ Γέροντας μὲ προσευχή, τοὺς κάνει ν’ ἀλαργεύουν.
Ἡ σκέπη ἦταν ἡ εὐχή, τοῦ Γέροντά του πάλι,
ποὺ ἤτανε στοὺς οὐρανούς, καὶ ἔβλεπε τὴν πάλη.
Ἡ Παναγιά μας τοὔστειλε, μιὰ νέα εὐλογία·
εἰκόνα ἦταν θαυμαστή, ποὺ θά ’χε στὴν πορεία,
παρηγοριὰ κι ἀνασαμό, στοῦ Σατανᾶ τὴν βία,
ποὺ λύσσαγε χωρὶς σταθμό, φθονώντας τὰ βραβεῖα.
Παντάνασσα τὴν κάλεσε, καὶ ἦταν ἡ ἐλπίδα,
καὶ ὁ ἀκάματος φρουρός, παρηγοριᾶς ἀχτίδα.
Κυματοθραύστης στὸ κακό, ποὺ προκαλεῖ τὸν φθόνο,
ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς ἐμπαθεῖς, καὶ φέρνει τόσο πόνο.
Συκοφαντίες φοβερές, καὶ ψέματα γελοῖα,
ἐξακοντίζει ὁ ἐχθρός, μὲ δόλο καὶ μὲ βία.
Ὁ Γέροντας μ’ ὑπομονή, τοὺς πειρασμοὺς θερίζει
καὶ μὲ περίσσια ἀρετή, τοὺς ἀντιμετωπίζει.
Στὴν Κύπρο ποὺ τὸν γέννησε, ζητάει νὰ γυρίσει,
γιὰ μιὰ προσπάθεια σεμνή, τὴν φύτρα νὰ ποτίσει,
τῆς καλογερικῆς ζωῆς, γιὰ νὰ τὴν πρασινίσει,
ποὺ μὲ τὴν ἐκκοσμίκευση, πιὰ εἶχε κιτρινίσει.
Ὁ φθόνος καὶ ἐδῶ παρών, μὲ ὅλη του τὴν λύσσα,
προβλήματα δημιουργεῖ, πιὸ μαῦρα κι ἀπ’ τὴν πίσσα.
Ὁ Γέροντάς μας τελικά, στὸν Ἄθω θὰ γυρίσει,
γιὰ νὰ δοθεῖ εἰρηνικά, στὸν φθόνο μία λύση.
Τριγύρω του μαζεύτηκαν, ἐλάφια ποὺ διψοῦσαν,
καὶ κεῖνος τὰ ἐπότιζε, μὲ νέκταρ ποὺ μποροῦσαν,
τὰ ἄμαθα τὰ χείλη τους, μὲ πόθο νὰ ρουφήξουν,
καὶ στῶν Πατέρων τὴν γραμμή, νὰ μποῦν καὶ νὰ τραβήξουν.
Στὸ Βατοπαίδι τὸ κλεινό, στὸ τέλος θὰ φωλιάσει,
γιὰ ν’ ἀνορθώσει τὴν μονή, ποὺ εἶχε παρακμάσει.
Προβλήματα κι ἐδῶ πολλά, καὶ πάλι μπρὸς ὁ φθόνος,
ποὺ πάντα σπέρνει τὰ κακά, τοῦ σατανᾶ ὁ γόνος.
Ἡ ἰδιόρρυθμος μονή, κοινόβιο θὰ γίνει
καὶ στὴν πατερικὴ γραμμή, θὰ στέκει καὶ θὰ μείνει.
Ὁ Γέροντας θ’ ἀποσυρθεῖ, στὴν ἅγια ἡσυχία,
ἀφήνοντας διάδοχο, γιὰ τὴν ἡγουμενία.
Πατέρα μας μακάριε, ποὺ τράβηξες τὰ πάθη,
τοῦ γενναιόψυχου Ἰὼβ καὶ γνώρισες τὰ βάθη,
τοῦ σατανᾶ τοῦ πονηροῦ, ποὺ τόσο πολεμοῦσε,
νὰ σοῦ σιγήσει τὴν φωνή, ποὺ τόσους νουθετοῦσε.
Τὴν καθαρή σου τὴν ψυχή, τὴν πῆραν οἱ ἀγγέλοι
στὸν πόνο ποὺ ἡ δύσπνοια, προκάλεσε ἐν τέλει·
μὰ μόλις ἀναχώρησες, νωρὶς νωρὶς τὸ δείλι,
ἕνα χαμόγελο γλυκό, ξανάνθισε στὰ χείλη.
Ποιός ξέρει τί νὰ ἔνιωθες, ποιός ξέρει τί νὰ εἶδες·
γιὰ μακιγιὰζ οἱ «φίλοι» σου, μιλήσανε μ’ ἐλπίδες,
τὴν φήμη ν’ ἀμαυρώσουνε, τῆς ταπεινῆς ζωῆς σου,
καθὼς καὶ τὴν λαμπρότητα, τῆς ἅγιας βιοτῆς σου.
Σὲ ἕνα τάφο φτωχικό, τὸ γέρικο κορμί σου,
φυτεύτηκε γιὰ νὰ βρεθεῖ, ξανὰ μὲ τὴν ψυχή σου,
στὴν φοβερὴ καὶ θαυμαστή, ἡμέρα ποὺ στὴν Κρίση,
ὁ τῶν «ἁπάντων Ποιητής», μὲ δόξα θὰ γυρίσει.
Ἡμέρες ἔζησες πολλές, καὶ φύτεψες τὸ στάρι,
τῆς ἀρετῆς τὸ θαυμαστό, μὲ τῆς Εὐχῆς τὴν χάρη.
Πατέρα μας ποὺ πάντοτε, τοὺς πάντες συγχωροῦσες,
νὰ μὴν ξεχνᾶς ὅλους ἐμᾶς, ποὺ τόσο ἀγαποῦσες!
Πατέρα μας αἰώνια, θὰ ζεῖς μέσ’ τὶς καρδιές μας,
κι ἡ μνήμη σου παντοτινά, θὰ εἶναι στὶς ψυχές μας.
Αἰώνια ἡ μνήμη σου, σὰν φάρος θὰ φωτίζει
καὶ ἡ διδασκαλία σου, τοὺς πάντες θὰ στηρίζει.
Τὸ φωτεινό σου πρόσωπο, θὰ εἶναι στὸ μυαλό μας,
καὶ ἡ ὁσία σου μορφή, θὰ λάμπει στὸ πλευρό μας.
Τὸ ἅγιο σου παράδειγμα, κι ἡ φωτεινή μορφή σου,
θὰ λάμπουν στὸ στερέωμα, τῆς ἅγιας χερσονήσου.
Πατέρα μας ἀξέχαστε, νἄχουμε τὴν εὐχή σου
καὶ νὰ θυμᾶσαι πάντοτε, στὴν ἅγια προσευχή σου,
τὸ τέκνο σου τ’ ἀνάξιο, ποὺ προσπαθῶ ξοπίσω,
ἀπὸ τὰ ἅγια ἴχνη σου, νὰ σὲ ἀκολουθήσω!
Διήγημα
Το «λυράκι»
(Βασίλη Χαραλάμπους)
Κι ο γέρο Νικολός, λυράρης από τους παλαιούς, ντυμένος ακόμη με την κρητική βράκα και το γελέκι κι ένα μακρύ φιλντισένιο κομπολόϊ. Μονάχος γυρνούσε στης Κρήτης το Καμηλάρι, πού’ναι γαντζωμένο από τα χρόνια τα παλιά στους λεύτερους λόφους, του Γιούλα, του Αλευρωτά και του Εύγορα. Μονάχος καθόταν τις περισσότερες φορές στο καφενείο κι όταν καμιά φορά τον κερνούσαν τσικουδιά έπινε μονάχα ίσαμε να συντροφέψει την παρέα. Αν όμως επέμενε κάποιος να πιεί κι άλλη τσικουδιά με τη χοντρή φωνή του, που τόσο καιρό συνόδευε το λυράκι του, απαντούσε κουνώντας το κεφάλι του, «η παραπανήσια τσικουδιά, το μυαλό θολώνει, κείνο πού’ναι για της παρέας το συντρόφεμα, το’χουμε πιει» κι έβγαζε το λυράκι του, το «συντροφάκι» καθώς το καλούσε κι αρχινούσε τις μαντινάδες.
Πιότερο απ’ όλες του άρεσαν κάτι δικές του για τη φιλοξενία που τις έλεγε και ξανάλεγε. Καμιά φορά στο τραγούδημα επάνω με τούτο το λυράκι με τον ήχο τον αδρύ, μπορούσε να πιει και κανένα ποτηράκι παραπάνω. Τα λυράκι ετούτο, με τη σκάφη τη μικρή από μουριά, το «καυκί» που λένε στα μέρη ετούτα, περίσσια τ’ αγαπούσε κι ήταν δώρο από τον παππού του τον Γώργη τον Περδικάκη. Είχε και μια βροντολύρα ο γέρο Γιώργης μα την πήρε ο ξάδελφός του ο Νικήτας. Κι ανακάτευε ο γέρο Νικολός, τους πανάρχαιους ήχους της φυλής το δώριο, τον μιξολύδιο, τον φρύγιο, το λύδιο με τους ήχους τους βυζαντινούς.
Αν καμιά φορά στα πειράγματα επάνω, τού’λεγαν πως η λύρα του Χιωτάκη έχει «στρογγυλότερο» τον ήχο, κουνούσε το κεφάλι του κι αρχινούσε με τις μαντινάδες του. «Ποιος σύντεκνε θα παραβγεί το κρητικό λυράκι πού’χει πουλιού το λάλημα και της καρδιάς μεράκι».
Συντρόφεμα και το «κυρτοδόξαρο», όπως του το’δωσε ο παππούς του ο γέρο Γιωργής, με τα γερακοκούδουνα π’ ομορφαίνανε περίσσια των μαντινάδων τα μελωδήματα. Θαρρώ καθώς τα χρόνια κείνα τα βυζαντινά που με γεράκια κυνηγούσαν και κρεμμούσαν στων γερακιών τα πόδια, τούτα τα γερακοκούδουνα , έτσι και μεις στης ζωής το «κυρτοδόξαρο» μη χάσουμε τους ήχους τους παλαιούς εκείνους. Κι αναπηδούσε σε κάθε δοξαριά από τούτο το «κυρτοδόξαρο» ο χορευτής στο χοροστάσι.
Κάθε που μαζευόντουσαν τα «κοπέλια» αρχινούσε τις παραγγελιές. «Να Σήφη, καθώς ο κάτω καβαλλάρης κι ο απάνω καβαλλάρης στο λυράκι τούτο τις χορδές αψηλά κρατάνε, έτσι είν’ εκείνα που του ανθρώπου την καρδιά μορφαίνουν. Αψηλότερα να’ναι Σήφη», αψηλότερα . Και συνέχιζε «κι άμα θες ο καβαλλάρης τούτος το λάλημα νάχει μαλακώτερο, σφένταμο να βάλεις Μανωλιό. Έτσι και μεις στο διάβα το δικό μας τον άλλο σφένταμο στην καρδιά να βάλουμε και τη σκληροκαρδία ας την αφήσουμε για τα μεγαλοφάραγγα». Κι έλεγε και καμιά μαντινάδα.
«Στον καβαλλάρη σφένταμο ήχο γλυκύ να βγάλει σφένταμο και στης καρδιάς τον άλλο πεντοζάλη»
Παραύστερα αρχινούσε ο πεντοζάλης που «πάει τρία ζάλα μπρος και δυο γερνάει πίσω», ο χανιώτικος, ο ξεροστεριανός κι ο μαλεβυζιώτικος. Στις γιορτάρες μέρες διαλαλούσε τα ριζίτικα και της τάβλας τα τραγούδια, τα «δήματα» καθώς τά’λεγε. Κι αν δρόμο είχες μακρινό να κάνεις, άκουγες αλαργινά ίσαμε την απανωστροφή του πετρογέφυρου της στράτας τα τραγούδια. Έσμιγε τους πόνους και τους καημούς ετούτου του νησιού, στο δώριο και λύδιο μελώδημα «αγρίμια κι αγριμάκια μου», που τόσο συνήθαε να τραγουδεί.
Όλα τούτα μονάχα όσο λαλούσε το λυράκι, γιατί όταν έφευγε αρχινούσαν τα ψιθυρίσματα για τον γέρο Ξενάκη. Ξενάκη τον λέγανε στο χωριό αν και το’νομά του ήταν Περδικάκης γιατί ήταν από άλλα μέρη. Έμενε καιρό πριν έρθει στο Καμηλάρι, σ’ ένα μικρό ψαρόσπιτο κάτω στην ακροθαλασσιά στο Καλαμάκι. Ύστερα καθώς λένε του’δωσε ο γερο-παπάς ένα μικρό ξέχωρο δωμάτιο να μένει στο Καμηλάρι. Άλλοι τον λέγανε «το λυράκι» για το μικρό του συντροφάκι. Πολλά πράγματα δεν ξέρανε για το γέρο Νικολό. Ένα πράγμα μονάχα δεν του συγχωρούσαν που σπάνια είχε χρήματα μαζί του. Και να σκεφτεί κανένας τόσες μαντινάδες έλεγε για τη φιλοξενία.
– Θα μας κεράσεις γέρο Νικολό;
– Δεν έχω αρκετά χρήματα μαζί μου σύντεκνε.
– Και θες να το πιστέψουμε;
– Να δούμε που τα κρύβεις.
– Τι θα τα κάνεις γέρο Νικολό;
– Κανείς δεν τα πήρε μαζί του.
– Εγώ διαπορώ. Τόσες μαντινάδες λες για το που ξενίζουν ξένους και συ κρύβεις τα λεφτά στ’ αγκωνάρια;
Κι ο γέρο Νικολός έμενε σιωπηλός.
Στις δεκαέξη τ’ Αυγούστου, του Καλού του Μήνα καθώς τον λένε στα μέρη ετούτα, θα πήγαιναν στο πανηγύρι τ’ Άη Μύρωνα στ’ Αντικύθηρα με το καΐκι. Συνήθεια παλαιά να πηγαίνουν στ’ Άη Μύρωνα το πανηγύρι, όπου κρητικό γλέντι γίνεται με χοροτράγουδα, αγριοκάτσικα και ψωμί από το φούρνο του μοναστηριού. Η προκυμαία κάτω στ’ ακροθάλασσο στο Καλαμάκι γιόμισε κόσμο κι αντάμα γιόμισε ψιθυρισμούς.
– Θαρθεί μαζί μας κι ο Ξενάκης.
– Σώπα Μανωλιό.
– Του το πληρώνουν φαίνεται.
– Θα ξοδευτεί σήμερα ο γέρο Νικολός.
– Το «λυράκι» μόνο μαντινάδες να λέει.
– Σώπα Σταθιό κι έρχεται.
Φάνηκε νά’χεται ο γέρο Νικολός αργοσέρνοντας τα πόδια του.
– Γιαννιό, ρώτησε παιδί μου τον καπετάνιο πόσο κάνει τ’ αγώγι.
Ψιθυρισμοί και πάλι και κρυφοχαμογέλια κι ο γέρο Νικολός έψαχνε το κομπόδεμά του.
– Έλα, από μένα, πρόθυμα είπε ο Δημητρός.
– Όχι παιδί μου Δημητρό, έχω για τ’ αγώγι.
Κι ο γέρο Νικολός κοντοστέκεται για λίγο και μετρά τα λιγοστά του νομίσματα. Όμως κάτι σας φασαρία γίνεται στο καΐκι κι ο καπετάνιος σπρώχνοντας πάει κατά το μέρος που βρίσκεται ο γέρο Νικολός φωνάζοντας.
– Καπετάν Νικολό, καπετάν Νικολό.
– Καπετάν Νικολό; αρχινίσανε οι διάφοροι ν’ απορούν.
– Καπετάν Νικολό, καπετάν Νικολό.
Κι έβαλε με δακρυσμένα τα μάτια ο καπετάν Γιαννιός τον γέρο Νικολό στην αγκαλιά του.
– Καπετάν Γιαννιό.
– Για χάρη του καπετάνιου…
– Ποιού καπετάνιου; διέκοψε o Σταθιός.
– Ναι του καπετάνιου, του καπετάν Νικολό. Ετούτο το καράβι…
Εδώ τον διέκοψε ο γέρο Νικολός.
– Άντε πάμε κατάμπροστα καπετάν Γιαννιό.
– Λοιπόν ετούτη η καραβιά θα’ από μένα σύντεκνοι . Πάμε καπετάν Νικολό.
– Πάμε μπροστά καπετάν Γιαννιό.
– Εσύ σήμερα θα’σαι στο δοιάκι, εσύ θα οδηγήσεις σήμερα το καΐκι.
Και πήγαν εκεί όπου το δοιάκι και μιλούσαν ατέλειωτα. Έτσι δεν γίνηκε μπορετό να μάθουν κάτι για τον γέρο Νικολό. Έτσι τα πράγματα αλλάξαν. Πάψαν και τα κρυφογέλια, πάψαν κι οι ψιθυρισμοί, μονάχα απορημένα πρόσωπα. «Ο καπετάν Νικολός;» ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν. Δεν μάθαν εκείνο το πρωινό, μάθανε όμως αργότερα, από τον καπετάν Γιαννιό, πως ο γέρο Νικολός, ο καπετάν Νκολός ήταν χρόνια ναυτικός με δικά του ψαροκάϊκα. Ο γέρο Νικολός είχε κατά πως είπε την καταγωγή από το Κουτουλουφάρι.
Μια μέρα όμως αποφάσισε να φύγει γι’ άλλα μέρη αφήνοντας τα ψαροκάϊκα στου χωριού του σε κάτι ορφανά για προικιό. Ανάμεσα σε τούτα τα ορφανοπαίδια ήταν κι ο καπετάν Γιαννιός. Όσο για τα χρήματα κράτησε λίγα για λόγου του και τ’ άλλα τά’φησε για τα φτωχοπαίδια. Το γιατί ακόμα το συζητάνε στο χωριό. Ίσως να’ναι και κείνο που είπε φεύγοντας στον παπά Ανέστη καθώς μού’λεγε τις προάλλες. «Οικογένεια στη ζωή μου δεν έφτιαξα παπά μου, οικογένεια μου θα’ναι τούτα τα φτωχοπαίδια. Θα φύγω όμως, μη μ’ έχουν για ευεργέτη, θα πάω σ’ άλλο τόπο μη χαλάσω τούτη τη χαρά» και τούτο το’πε φεύγοντας πολλές φορές «μη χαλάσω τούτη τη χαρά», «μη χαλάσω τούτη τη χαρά». Όσο για το λυράκι μια ζωή το’χε συντρόφεμα σε γιορτές και πανηγύρια μ’ ανταμοιβή μονάχη το Κρητικό χαμογέλιο.
ΠΟΙΗΣΗ
Η παλιά πόρτα
Β. Χαραλάμπους
Η πόρτα από τότε
περίτεχνη με της παράδοσης την τέχνη
στο φτωχικό Φτερικούδι
μα σαν άνοιγε
γινόταν τ’ άλλο συναπάντημα
με την άλλη της καρδιάς την τέχνη
π’ ομόρφαινε ξενίζοντας
άγνωρους ξένους.
‘’Η Αγία των Φώτων ημέρα’’
Β. Χαραλάμπους
‘’Η Αγία των Φώτων ημέρα’’, όπως εκάλεσε την Εορτή των Θεοφανείων ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αποτελεί ‘’μυστήριον υψηλόν τε και θείον, και της άνω λαμπρότητος πρόξενον’’, όπως αναφέρει ο μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας μας, εις τον λόγον του ‘’Εις τα Άγια Φώτα’’. Τα Άγια Θεοφάνεια καλούνται και Φώτα, γιατί κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια οι πρώτοι Χριστιανοί εβαπτίζοντο την παραμονή της Εορτής Αγίων Θεοφανείων.
Υπάρχουν αρκετές αναφορές περί φωτισμού στην Ακολουθία της Εορτής των Αγίων Θεοφανείων. Εις το τροπάριον της εορτής «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε» ψάλλομε «Ο επιφανείς Χριστέ ο Θεός, και τον κόσμον φωτίσας δόξα σοι». Σε στιχηρό ιδιόμελο του Εσπερινού της Εορτής ψάλλομε, «τον φωτισμόν ημών, τον φωτίσαντα πάντα άνθρωπον». Στο «και νυν» πριν την Είσοδον κατά την Εσπερινή Ακολουθία ψάλλομε, «του δοξάζειν σε Σωτήρ, τον φωτισμόν των ψυχών ημών».
Εις την Λιτή σε ιδιόμελον του Κοσμά Μοναχού αναφέρονται και τα εξής : «Ω του θαύματος, δίχα πυρός αναχωνεύει, και αναπλάττει άνευ συντρίψεως, και σώζει τους εις αυτόν φωτιζομένους, Χριστός ο Θεός και Σωτήρ των ψυχών ημών».
Το υμνογραφικό βίωμα του Ορθοδόξου λαού, ήταν φυσικό να περάσει και εις τα κάλαντα των Φώτων με την αρχή, «Σήμερα είν’ τα Φώτα κι ο φωτισμός και γιορτή μεγάλη κι αγιασμός». Δικαίως λοιπόν την Εορτήν των Αγίων Θεοφανείων του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και Εορτή των Φώτων την καλούμε.
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ
Τα Φώτα στο χωρκό μας παλιά
Β. Χαραλάμπους
Ανήμερα των Καλάντων εγυρίζαν οι παπάδες του χωρκού, για να φέρουν τον αγιασμόν σε κάθε σπίτι. Τον κάθε παπάν ακολουθούσαν τον τζ̌ιαι θκυό – τρείς μιτσιοί. Ο ένας εκράτεν το σικλούιν με τον αγιασμόν τζι οι άλλοι θκυό εκρατούσαν μια σακκούλλαν άσπρην ρούσ̌ιενην.
Ο παπάς έμπαιννεν τζι εράντιζεν με αγιασμόν την οικογένειαν τζ̌ιαι το σπίτιν, ψάλλοντας το ‘’Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε…’’.
Μέσα στον ηλιακόν το κάθε σπίτιν είσιεν έναν τραπέζιν που πάνω είσ̌ιεν έναν πιάτον με κομμένον σουτζιούκκον τζιαι σταφίθκια. Τον σουτζιούκκον τζιαι τα σταφίθκια οι μιτσιοί εσιωνώνναν τα μέσα στην σακκούλλαν την άσπρην την ρούσ̌ιενην. Η ημέρα των Καλάντων, της παραμονής των Φώτων έν νηστεία τζι έτσι εταίρκαζεν με το τζ̌ιέρασμαν. Ύστερα λλίον πριν να γινούμεν πρόσφυγες εκάμνασιν ξεροτήανα, που αντί σιρόππιν εβάλλαν ζάχαρη.
Την άλλην ημέραν που έν τα Φώτα, γίνεται πάλαι ο Μεγάλος Αγιασμός πριν το τέλος της Θείας Λειτουργίας. Το φαΐν συνήθως ήταν κρέας καουρμάν ή μακαρόνια με την όρνιθαν.
Τζιείνην την ημέραν οι μιτσιοί εφιλούσαν το σ̌ιέριν του τζ̌ιυρού τζιαι της μάνας τους, των παππούων τους τζιαι του τατά τους τζι ελλαλούσαν τους ‘’καλημέρα τζ̌ιαι τα Φώτα τζιαι την πουλουστρίναν πρώτα’’ τζ̌ιαι τζ̌ιείνοι εδιούσαν τους αναλόγως καμιάν μπακκίραν, για κανέναν μισόν σελίνιν, για τζ̌ιαι σελίνιν κόμα, γιατί παλλιά πολλύς κόσμος ήταν φτωχός.

