Η Δευτέρα της Καθαρής
Του Βασίλη Χαραλάμπους
Την Καθαρήν Δευτέραν στο χωρκόν μας εζιούσαν απλά, όπως απλή ήταν ούλλη η ζωή τους. Οι περίτου στο χωρκόν, ήταν ανθρώποι των χωραφκιών. Η μέρα τούτη της Καθαρής Δευτέρας, ήταν η πρώτη μέρα των νηστειών της Μεγάλης Σαρακοστής, για τούτον ελαλούσαν ‘’να κόψουμεν την μούττην της’’, δηλαδή να κάμουμεν αρκήν των νηστειών της Μεγάλης Σαρακοστής.
Αφού όπως είπαμεν οι περίτου στο χωρκόν ήταν ανθρώποι των χωραφκιών, τζιαμαί στα χωράφκια ‘’εκόφκαν την μούττην της’’, με ότι εβρίσκαν στον κάμπον, καμμιάν λουβάναν, κανέναν παγκαλλούιν να φάσιν με το ψουμίν, τες ελιές τζ̌ιαι τες πατάτες τες βραστές που επαίρνασιν μαζί τους.
Την Καθαρήν Δευτέραν είσ̌ιεν που εκάμνασιν ‘’τριμέριν’’. Έν ετρώαν με ψουμίν, μήτε νερόν επίνναν, ως την Τετάρτην της Καθαρής Εφτομάδας, που ήταν να τζ̌ιοινωνήσουν το πρωίν στην Προηγιασμένην Θείαν Λειτουργίαν. Τζιείνοι που εκάμνασιν ‘’τριμέριν’’, έν επααίννασιν μήτε στον καφενέν ως την Τετάρτην της Καθαρής Εφτομάδας.
Τούτην την παράδοσην επαραλάβασιν που τους τζ̌ιυρούες τους τζ̌ιαι τους παππούες τους. Το ‘’τριμέριν’’ εκάμναν το με πολλήν απλότητα, δίχα να νομίζουν πως εν καλλύττεροι που τους άλλους μέσ’ το χωρκόν.
Τα Κοντάτζια τότες στο χωρκόν μας
Του Βασίλη Χαραλάμπους
Τα Κοντάτζια της Παναγίας, του Ακάθιστου Ύμνου, αρκέφκαν που την πρώτην Παρασκευήν μετά την Καθαρήν Δευτέραν. Άρκεφκεν η Μεγάλη Σαρακοστή, μα τζιαι η χαρά για το Πάσχαν πό’ρκετουν. Αθθυμούμαι έτσι μιτσής που εξεκίνουν να πάω στα Κοντάτζ̌ια. Έν τζι εκαταλάβαιννα πολλά πράματα, μα τζ̌ιείνη η χαρά τζιόλας για το Πάσχαν που έρκετουν, έν μας άφηννεν να βαρκούμαστην.
Δεξιά τζι αριστερά εψάλλασιν οι ψαλτάδες. Εμείς οι μιτσιοί εκαθούμαστην πάνω στα σκαλιά μπροστά που το εικονοστάσιν. Όσοι είχαν ριάλια, κανέναν μισόν σελίνιν δηλαδή, εγοράζαν τζ̌ιαι τζ̌ιερκά τζι εκρατούσαν τα ούλλην την ώραν αφτούμενα.
Είσ̌ιεν που είχαν τζιαι δευτερούθκια τζι εμείς που έν είχαμεν επρομουττιζούμαστην που πάνω τους να θωρούμεν. Αθθυμούμαι που είσ̌ιεν κάμποσους μιτσιούς που εγεμώνναν τα σκαλλιά μπροστά που το εικονοστάσιν.
Τους Χαιρετισμούς της Παναγίας εθκιάβαζέν τους μιαν ο ένας παπάς τζιαι μιαν ο άλλος. Τότες έν τζι είσ̌ιεν έτσι φώτα ηλεκτρικά όπως σήμερα. Περίτου ήταν με τα τζ̌ιερκά τζιαι τα καντήλια, με το λάδιν το καλόν ελιάς.
ΤΟ ΕΣΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
Εσπερινός της συγγνώμης : Η αλληλοσυγχώρεση απαρχή μετανοίας
Του Βασίλη Χαραλάμπους
«Έφθασε νυν, εισήκται ο των αγώνων καιρός, το της Νηστείας στάδιον, προθύμως άπαντες, απαρξώμεθα ταύτης, τας αρετάς Κυρίω, ως δώρα φέροντες» (Κανών β΄ Ωδή α΄ Τριωδίου). «Το θείον υπερχόμενοι στάδιον, της αμώμου Νηστείας», ας προσθέσουμε και το κάλλος της συγχώρεσης.
Στην Κύπρο ένα Ορθόδοξο έθιμο, το οποίο δυστυχώς πάει να εκλείψει, είναι αυτό της αλληλοσυγχώρεσης στον Εσπερινό κατά την Κυριακή της Τυρινής. Οι Χριστιανοί ασπάζονται το χέρι του ιερέα και ακολούθως ζητούν συγχώρεση μεταξύ τους.
Το ευλογημένο στάδιο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής αρχίζει. Το Ορθόδοξο αυτό έθιμο στις μέρες μας, το συναντάς κυρίως στα ορεινά χωριά της Κύπρου. Ας προσθέσομε στης νηστείας ‘’την θείαν απαρχή’’, το κάλλος της συγχώρεσης.
Από τούτη την ευλογημένη πράξη να πορευθούμε το ευλογημένο στάδιο της μετάνοιας. Πως ουν ‘’κτησόμεθα κατάνυξιν ψυχής’’; Χωρίς τη συγχώρεση, πως θα ζητήσομε από τον Κύριο να μας συγχωρέσει; Αυτός που ζητά συγχώρεση από τον Κύριο, πρώτα συγχωρεί τον αδελφό του που του έπταισε. «Ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών», λέμε στη θεοδίδακτη προσευχή του «Πάτερ ημών».
«Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος∙ εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ΄ 14-15). Αυτή πρέπει να είναι η απαρχή του ευλογημένου σταδίου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Για να διαπλεύσουμε ‘’το της Νηστείας μέγα πέλαγος’’, πρέπει πρώτα να συγχωρέσουμε, αλλά και να ζητήσομε συγχώρεση από τους αδελφούς μας σε όσα τους πταίσαμε. «Αρχή κατανύξεως και μετανοίας», το ευλογημένο αυτό στάδιο πρέπει να είναι, αλλά και αρχή αλληλοσυγχώρεσης. «Του Θεού εξόριστοι γεγόναμεν, αλλ’ επανάγωμεν προς μετάνοιαν», ψάλλουμε την Κυριακή της Τυρινής στον εσπερινό.
Η απαρχή του ευλογημένου σταδίου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ας είναι η αλληλοσυγχώρεση. Να ζητήσουμε ειλικρινή συχώρεση από τους αδελφούς μας, και να συγχωρέσουμε όσους μας έπταισαν. Αυτή πρέπει να είναι η απαρχή της μετανοίας.
ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
ΕΤΣΙ ΜΕΡΕΣ ΤΗΝ ΕΒΤΟΜΑΔΑΝ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
Του Βασίλη Χαραλάμπους
Λαζάνια με το γάλαν το φρέσκον της αίγιας τζιαι ζάχαρη
Υλικά
αλεύριν
λλίον άλας
νερόν
γάλαν φρέσκον της αίγιας
ζάχαρη
Το ζυμάριν γίνεται με αλεύριν, λλίον άλας τζιαι νερόν. Η αναλογία γίνεται καλλύττερα με το να κάμουμεν το ζυμάριν με τέτοιες αναλογίας ούτως ώστε να μεν κολλά το ζυμάριν.
Τυλίουμεν πάνω στην βέρκαν το ζυμάριν τζι αννοίουμεν φύλλον λεπτόν. Με το μασιαίριν κόβκουμεν το φύλλον λουρίες – λουρίες. Βάλλουμεν τες στον τσέστον. Βάλλουμεν τζι αλεύριν να μεν κολλήσουν.
Βάλλουμεν νερόν να βράσει μέσ’ την μαείρισσαν τζιαι βάλλουμεν τα λαζάνια να βράσουν. Ύστερα βάλλουμεν γάλαν φρέσκον της αίγιας. Βάλλουμεν τζιαι ζάχαρη, ανάλογα πόσο γλυτζιύν το θέλουμεν.
ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Της Τυρινής
Του Βασίλη Χαραλάμπους
Την Κυριακήν της Τυρινής στο χωρκόν μας ελαλούσαν την τζ̌ιαι ‘’Σήκωσην μιάλην’’. Τούτην την ημέραν όσοι ετηρούσαν την παράδοσην για την Τυρινήν, ετρώαν τυρκά, αφκά τζ̌ιαι ψαρικά ούλλην εφτομάδαν. Εκάμναν τζ̌ιαι πίττες με χαλλούμιν τζ̌ιαι πίττες με κρέμαν.
Συνήθως εκάμναν ραβκιόλες βραστές με το τρίμμαν που πάνω. Τότες ψάρκα έν ήτουν εύκολον να’βρεις στο χωρκόν. Ψαρικά μόνον τα χωρκά που ήταν κοντά στην θάλασσαν τζι εψαρέφκαν είχασιν. Καμμιάν ρέγγαν ετρώαν καπνιστήν, αν εβρίσκαν στο χωρκόν.
Ο ΠΙΤΤΕΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
Πίττες του χαλλουμιού
Υλικά
αλεύριν
3 αφκά
χαλλούμιν τριμμένον
δκυόσμιν
άλας
λάδιν
νερόν
Τρίφουμεν το χαλλούμιν πάνω στον τρίφτην, μέσα σε μιαν κούππαν βαθουλλήν. Βάλλουμεν θκυόσμιν τριμμένον τζ̌ιαι σπάζουμε τα αφκά, για να κάμουμεν την γέμισην. Οι αναλογίες στο χωρκόν μας ήτουν με την πείραν. Έπρεπεν να ‘’ζυάσει’’ η γέμιση, που λαλούσαν στο χωρκόν μας.
Ύστερα κάνουμεν το ζυμάριν. Βάλλουμεν σε μιαν κούππαν βαθουλλήν αλεύριν τζιαι ‘’ριζιάζουμέν’’ το, δηλαδή βάλλουμέν του λλίον λάδιν τζ̌ιαι τρίφουμέν το να πάει παντού. Ύστερα βάλλουμεν λλίον λλίον νερόν τζ̌ιαι ζυμώννουμέν το. Βάλλουμεν λλίον αλεύριν πάνω στο τραπέζιν τζι απλώθουμέν το για να αννοίουμεν τες πίττες.
Βάλλουμεν λλίον αλεύριν πάνω στο τραπέζιν τζι απλώθουμέν το για να αννοίουμεν τες πίττες. Βάλλουμεν με το κουταλούιν γέμισην τζ̌ιαι βάλλουμεν την στην μέση της πιττούας τζιαι κλείουμέν την. Γίνεται όπως τον ισόν τον κύκλον τζ̌ιαι κόβκουμέν την ή με το ποτήριν ή με το μασ̌ιαίριν. Σήμερα έχουμε τζ̌ιαι το τροχούϊν. Ύστερα τσιλλούμεν την άκραν γυρόν – γυρόν να κολλήσει καλά. Βάλλουμεν λάδιν στο τηάνιν μας τζ̌ιαι τηανίζουμέν τες.
Πίττες της κρέμας (με γάλαν τζιαι νησιαστόν)
Υλικά
αλεύριν
4 ποτήρκα γάλαν
4 κουταλλιές μιάλες νησ̌ιαστόν
ζάχαρη
βανίλλιαν
λάδιν
νερόν
Για να κάμουμεν την κρέμαν για γέμισην, βάλλουμεν το γάλαν με το νησ̌ιαστόν σε μιάν κούππαν τζι ανακατώννουμέν το καλά. Προσθέτουμεν ανάλογα πως τες θέλουμεν ζάχαρη τζ̌ιαι προς το τέλος βάλλουμεν τζ̌ιαι βανίλλιαν.
Ύστερα κάνουμεν το ζυμάριν. Βάλλουμεν σε μιαν κούππαν βαθουλλήν αλεύριν τζ̌ιαι ‘’ριζιάζουμέν’’ το, δηλαδή βάλλουμέν του λλίον λάδιν τζ̌ιαι τρίφουμέν το να πάει παντού. Ύστερα βάλλουμεν λλίον λλίον νερόν τζ̌ιαι ζυμώννουμέν το. Βάλλουμεν λλίον αλεύριν πάνω στο τραπέζιν τζι απλώθουμέν το για να αννοίουμεν τες πίττες.
Βάλλουμεν με το κουταλούιν γέμισην κρέμας νησ̌ιαστού τζ̌ιαι βάλλουμεν την στην μέσην της πιττούας τζ̌ιαι κλείουμέν την. Γίνεται όπως τον μισόν τον κύκλον τζ̌ιαι κόβκουμέν την ή με το ποτήριν ή με το μασ̌ιαίριν. Σήμερα έχουμε τζ̌ιαι το τροχούϊν. Ύστερα τσιλλούμεν την άκραν γυρόν – γυρόν να κολλήσει καλά. Βάζουμεν λάδι στο τηάνιν μας τηανίζουμέν τες.
Τζιείνον που κληρονόμησεν…
Του Βασίλη Χαραλάμπους
– Ε, Φοίβο.
– Ναι πατέρα.
– Πήαιννε γιέ μου κόψε τζιείνον τον ανανάν κοντά στην άκραν του χωραφκιού τζιαμαί κοντά στην μοσφιλλιάν.
– Μα, πατέρα γίνεται; Εν χωράφιν ξένον πατέρα.
– Πήαιννε Φοίβο τζιαι μεν καθυστερείς.
– Μα πατέρα το χωράφιν έν του τζιυρού του φίλου μου του Χαριλλή…
– Πήαιννε γιε μου τζι έν έν τίποτε. Έναν ανανάν έν να κόψουμεν.
– Μα πατέρα κάθε φοράν έτσι μου λαλείς.
– Τωρά εκατάλαβες, γιατί είπα σου να σηκωστούμεν πιο γλήορα. Έν για να’βρουμεν να κόψουμεν κανέναν ανανάν σαν πάμεν στο χωράφιν μας πον να μπουκκώσουμεν.
Με έτσι δασκαλέματα άλλωσπως εμεάλωσεν ο Κλείτος ο Κρόμμυος τον γιον του τον Φοίβον. Άσσιημον πράμαν τ’ άδικον της κλεψιάς. Για τον Κλείτον όμως έν έν τίποτε ένας ανανάς, μα να του κόψουν τζιείνου έναν μέσπιλλον που την μεσπιλλιάν του γίνεται άρκος.
Τωρά που γέρασεν ο Κλείτος λαλείς να κατάλαβεν το λάθος του, για τ’ άδικον της κλεψιάς τζιαι το δασκάλεμαν στον γιον του τον Φοίβον; Μακάρι ναν έτσι, αλλά κατά που λάλεν τζι ο ανηψιός του ο Φυτής έμεινεν ο ίδιος ο Κλείτος. Τζιαι τ’ άλλον το μιάλον το κακόν ένι, που ο γιος του ο Φοίβος εκληρονόμησεν τούτον τ’ άδικον της κλεψιάς τζι έμαθεν πόξω τζιαι νεκατωτά πως ‘’η κλεψιά έν έν τίποτε’’.
Έσιει τωρά λλίον τζιαιρόν ο Φοίβος όπου κάτσει τζιαι σταθεί, λαλεί πως έδωκεν μιαν κοπήν ριάλλια νου πελεκάνου παραχωρκού να του κάμει έπιπλα για την κόρην του την Μαρίτσαν. ‘’Απού το καλλύτερον’’, λαλεί πως έν η ριτζιά του στον πελεκάνον τούτο. ‘’Εγιώ θα κάμω έπιπλα της κόρης μου της Μαρίτσας στον πελεκάνον τον Νικολήν τον Αναθρίκαν’’, λαλεί το τζιαι καμαρώννει. Άμαν φτάσει το πλάσμαν τζι αγαπήσει τα ριάλλια αγαπά τζιαι τα πράματα τζιαι πάει αλλού ο νους του. Δαμαί τα ξένα τα πράματα αγαπά, να μεν αγαπά τα δικά του ο Φοίβος;
Ίντα λαλούν πως ο πελεκάνος τούτος ο Νικολής ο Αναθρίκας έπεισεν τον Φοίβον να παραγγείλουν τζιαι κομμάθκια σκαλιστά που την Χώραν. Ο Φοίβος άλλον πον έν έθελεν. Έν τα δασκαλέματα του τζιυρού του του Κλείτου τόσον τζιαιρόν. Τζιαι δώστου πίντωμαν στα ριάλλια που’δωκεν προκαβολήν, για να δώκει ο πελεκάνος τ’αδρώπου για τα κομμάθκια τα σκαλιστά.
Η γεναίκα του η Καλλού που να συντύσιει. Να του πει έν ιχρειάζεται κομμάθκια σκαλιστά; Τζι έν ν’ ακούσει ο Φοίβος; Ούτε τωρά εσύντυσιεν η Καλλού, μα ούτε τζι όταν ήρτεν ούλλον νεύρα ο Φοίβος που του εγέλασεν ο πελεκάνος. Λαλούν πως επήεν Αφρικήν να δουλέψει στες δουλειές του ανηψιού του. Είσιεν τα κανονισμένα που τζιαιρόν είπασιν τζιαι λέξην έν είπεν. ‘’Ο κλέψας του κλέψαντος’’, που λαλούσιν. Ποιος παρηορά τον Φοίβον τωρά…μα τζιαι τον γέρον τον Κλείτον;
‘’Μ’ έναν σπάρον θκυο τρυόννια’’, όμως λαλεί τζι η παροιμία. Έ, το μιαν ημέραν που ήταν ο Φοίβος στο χωράφιν του γέρου του Κλείτου για να κλαδέψουν κάτι ελλιούες, έ, τζιαι τον παπά Γληόρην που νέφανεν. Εκατέβην που τον γάρον, τωρά που τους ήβρεν τζιαι τους θκυο, αφού έμαθεν ίντα που γίνηκεν που το ρέουτερ του χωρκού την Ξενούν του Θκυολλοΐτη. ‘’Τζιείνον που είπεν ο Χριστός, πως τζιείνον που θέλεις να σου κάμνουν, τζιείνον να κάμνεις τζιαι σου’’, είπεν τους τζι επίντωσεν θκυο – τρεις παραντζιελλιές. Με ο Κλείτος είπεν τίποτε, με ο γιος του ο Φοίβος. Που ξέρεις, τζιείνον που σιωπήσασιν τζι οι θκυο τους, μα τζιαι τζιείνον που του είπεν ύστερα του Φοίβου που τον ήβρεν μανιχόν του…τζιείνον το ‘’γιε μου δοκίμασε τζιαι λλίον άλλωσπως ζωήν, δίχα το ξένον τζιαι τ’ άδικον της κλεψιάς. Ο Θεός ξέρει ότι τούτα ούλλα που κάμνεις τόσον τζιαιρόν έν δασκαλέματα του τζιυρού σου του Κλείτου, τζι άλλωσπως θα τα δει’’.
Τούτον κατά πως έδειξεν τζι ύστερα ο τζιαιρός, εγίνην αφορμή για έναν άλλον αρκίνημαν. Όσον για τον Κλείτον εκατάλαβέν το τζιαι με το παραπάνω, πως τα δασκαλέματα στον γιον του τον Φοίβον ήταν το πρώτον το κακόν.
Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
Του Βασίλη Χαραλάμπους
Η Εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, από τον Ορθόδοξο λαό καλείται και Εορτή της Παναγίας. Τα παλιά χρόνια την ημέρα της Υπαπαντής του Χριστού, στις 2 Φεβρουαρίου γιόρταζαν τη γιορτή της μάνας. Τούτο εγίνετο και επίσημα στα σχολεία στην Ελλάδα. Μάλιστα ορίσθηκε από το Υπουργείο Παιδείας το έτος 1929 να γιορτάζεται η γιορτή της μάνας στις 2 Φεβρουαρίου, την εορτή της Υπαπαντής.
Αυτή την εόρτιο μέρα της Υπαπαντής του Κυρίου, που κατά τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης «η Ιερά Μήτηρ, και του Ιερού υψηλοτέρα, επί το Ιερόν παραγέγονεν, εμφανίζουσα τω κόσμω, τον του κόσμου Ποιητήν», ο Ορθόδοξος λαός συνήθιζε να γιορτάζει και τη γιορτή της μάνας, τιμώντας την του Θεού Μητέρα, που κατ’ εξοχή έχει ως πρότυπο μητέρας.
Ο απλός Ορθόδοξος λαός την εορτή της Υπαπαντής, την καλεί γιορτή της Παναγίας. Το Θεομητορικό πρόσωπο της Παναγίας, αποτελεί πρότυπο για παραδειγματισμό για κάθε Χριστιανή μητέρα, που θέλει να αγαπά σωστά τα παιδιά της, υπερβαίνοντας την κατά φύσιν αγάπη. Όπως επισημαίνει ο Άγιος Βασίλειος, η κατά φύσιν αγάπη μήτε επαινετή είναι, μήτε κατακριτέα. Η υπέρ φύσιν αγάπη είναι επαινετή.
Έχοντας λοιπόν ως πρότυπο μητέρας την Παναγία μας, τη μάνα των ορφανών, των πονεμένων, των αδικημένων, είναι δυνατό η κάθε Χριστιανή μητέρα να υπερβεί την κατά φύσιν αγάπη, μια αγάπη που δοκιμάζεται μόλις το παιδί της δρασκελίσει το κατώφλι του σπιτιού της για να παίξει με τα γειτονόπουλα. Πρότυπο έχει την αγάπη εκείνη που έχει την ευωδία μια άλλης αρχοντιάς. Τότε λοιπόν η Χριστιανή μητέρα θα υποδεικνύει στα παιδιά της, όπως και ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος το «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι» (Ιω. 3,30).
Για κείνο που χρυσίζει στο δίκτυ
Του Βασίλη Χαραλάμπους
Τα παμπάλαια εκείνα χρόνια
στο πελαγίσιο ξάγναντο
τα καλογέρια στου Σταυρονικήτα
διαπορούν για κείνο που ξεπροβάλλει παρεμπρός
από του βυθού τ’ απόβαθα
διαπορούν για κείνο που χρυσίζει στο δίκτυ.
Ψηφιδωτή τ’ Άη Νικόλα η εικόνα
κι όστρεον στο μέτωπο
από τότε που Καταλάνοι πειρατές
την πέταξαν στο βαθύ γαλάζιο
της Αθωνικής θάλασσας.
Κι εκεί όπου το όστρεο εκείνο
αιμάτινο απομενάρι
ετούτο το ιστόρημα να ξετυλίγει
στην ασίγαστη λήθη του πελάγους
πως τον Άη Νικόλα, Στρειδά τον είπαν.

