Ο Άγιος Κωνσταντίνος τω Φωτί του Χριστού επορεύθη
Β. Χαραλάμπους
«Tην οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω Κτίστη σου», με αυτόν τον λόγο, το Δοξαστικό των Στιχηρών, της ακολουθίας του Εσπερινού, από την εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ο υμνογράφος αποδίδει το «ισαπόστολον κάλλος» και το μέγεθος του έργου του Αγίου Κωνσταντίνου.
Όσοι εκφράζουν αυθαίρετες «απόψεις» για την αγιοκατάταξη του Αγίου Κωνσταντίνου, δεν έχουν εκκλησιαστικά κριτήρια. Τον καθοριστικό ρόλο του Αγίου Κωνσταντίνου στην εξάπλωση του Χριστιανισμού ποιος τον αμφισβητεί; Τα άλλα κίνητρα που καταλογίζουν οι πολέμιοι της αγιοκατάταξής του δεν ευσταθούν. Η μετέπειτα πορεία των δύο αυτοκρατόρων, του Αγίου Κωνσταντίνου και του Λικινίου αποδεικνύει την πρόθεση, καθώς και τα κίνητρα ενός εκάστου.
Το κίνητρο της πολιτικής σκοπιμότητος, θα μπορούσε κάποιος να το αποδώσει κάλλιστα στον Λικίνιο, ο οποίος παραβίασε το Διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκείας, μετά την ήττα του από τον Άγιο Κωνσταντίνο στην Κάτω Παννονία και τη απόσυρση του στο Σύρμιο, διώκοντας και πάλι τους Χριστιανούς.
Αντιθέτως η μετέπειτα στάση του Αγίου Κωνσταντίνου του Πρώτου Χριστιανού Αυτοκράτορα, του «μεγαλύτερου ηγέτη της Ρωμιοσύνης», όπως τον καλεί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, αποδεικνύει ότι η υποστήριξή του προς τους χριστιανούς δεν ήταν αποτέλεσμα σκοπιμότητος.
Όταν εγκαινίαζε ο Μέγας Κωνσταντίνος την Νέα Ρώμη, η αφιέρωση στην αναθηματική ιδρυτική στήλη ανέγραφε «Σοι Χριστέ Κόσμου Βασιλεύς και δεσπότης, σοι προστίθημι την δε την δούλην πόλιν και σκήπτρα της δε και το παν Ρώμης Κράτος, φύλαττε ταύτην, σώζε δ’ εκ πάσης βλάβης».
Με την ενέργεια αυτή του Αγίου Κωνσταντίνου, το Κράτος των Ρωμιών, έγινε το «πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν Κράτος», όπως αναφέρει ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης ο οποίος έζησε τον 6οναιώνα. Και έγινε τούτο το Κράτος των Ρωμιών, «Έθνος Χριστιανών», όπως αναφέρει ο Λέων ο Στ΄ ο Σοφός.
Πως ήταν δυνατό τα ελατήρια του Αγίου Κωνσταντίνου να ήταν πολιτικά, αφού οι Χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στην αυτοκρατορία; Συνεπώς είναι παράλογο να υποθέσει κανείς ότι το έπραξε τούτο με ιδιοτελή σκοπό, για να κερδίσει δήθεν την εύνοια των χριστιανών.
Το τι φρονεί η Εκκλησία μας, εκφράζεται στην Ακολουθία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Ο Άγιος Κωνσταντίνος καλείται Ισαπόστολος εις τα Στιχηρά Ιδιόμελα της Λιτής «Χρεωστικώς εκτελούμεν την μνήμην σου, Κωνσταντίνε Ισαπόστολε…».
Στα Στιχηρά Προσόμοια, καλείται «Πρώτος Βασιλεύς Χριστιανών». Στον Εσπερινό στα Στιχηρά των Αγίων ψάλλομε, «Πρώτος καθυπέταξας, την αλουργίδα αείμνηστε, βασιλεύ εκουσίως Χριστώ, αυτόν επιγνούς Θεόν και παμβασιλέα…» και «…την οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω κτίστη σου, και πόλιν βασιλεύουσαν θεοσεβή…».
Στη Λιτή, στα Στιχηρά Ιδιόμελα ψάλλομε «…πάσαν εφαίδρυνας την Εκκλησίαν του Χριστού…» και «ουκ εξ ανθρώπων την κλήσιν έλαβες, αλλ’ ως ο θεσπέσιος Παύλος, έσχες μάλλον ένδοξε ταύτην εξ ύψους, Κωνσταντίνε Ισαπόστολε, παρά Χριστού του Θεού».
Πραγματοποιείται λοιπόν, στο πρόσωπο του Αγίου Κωνσταντίνου, αυτό που ο Προφήτης Ησαΐας λέγει, «και πορεύσονται βασιλείς τω φωτί σου και έθνη τη λαμπρότητι σου» (Ησ.60,1-3). Όντως ο πρώτος βασιλεύς της Ρωμιοσύνης, τω Φωτί του Φωτοδότου Χριστού επορεύθη και το έθνος των Ρωμιών τη λαμπρότητι αυτού.
Τα προσαντίδικα (Μια πολλά ωραία συνήθεια συνεργασίας των χωρκανών)
Β. Χαραλάμπους
Τα παλλιά τα χρόνια εγίνουνταν τζ̌ιείνα που ελαλούσαμεν ‘’προσαντίδικα’’. Δηλαδή αν ένας είσ̌ιεν δουλειές μεσ’ το χωράφιν, ετανούσαν του οι άλλοι τζι έτσι εγίνετουν πολλοσ̌ιερκά. Έτσι ετανούσεν ο ένας του άλλου με το γυρίν τζι έν εχρειάζετουν να πιάσει αρκάτες. Ήταν τζι ένας τρόπος να βοηθήσει ο ένας του άλλου, έναν πράμαν που σήμερα έν υπάρχει.
Κείνη την «παραπανήσια αγάπη»
Β. Χαραλάμπους
– Αυτό το παιδί αλλιώτικο έγινε Στάθη.
– Να φεύγει μόλις αρχινίσουν οι διαφημίσεις στα παιδικά προγράμματα;
– Μα γιατί να φεύγει;
– Είναι ν’ απορείς Δέσπω.
– Μονάχα παιχνίδια διαφημίζουν, τίποτα άλλο.
– Ακριβώς.
– Δεν καταλαβαίνω.
– Να, που μονάχα παιχνίδια διαφημίζουν.
– Δεν σε καταλαβαίνω Στάθη.
– Περίεργο μου φαίνεται Δέσπω, για τούτο συλλογιέμαι…
– Δηλαδή;
– Μήπως η ευαίσθητη ψυχή του άλλα συλλογίστηκε;
– Τι;
– Να, ξέρω; Λες αιτία νά’ναι τα φτωχοπαίδια που τόσες φορές αναρωτήθηκε γιατί να διαφημίζουν τόσα παιχνίδια; «Δεν λυπούνται τα φτωχοπαίδια έλεγε και ξανάλεγε».
– Λες; Δεν αποκλείεται.
Μπήκε ο γυιός τους ο Πετράκης εκείνη την ώρα κι αλλάξαν κουβέντα. Ο γυιός τους ο Πετράκης, είναι παιδί αλλιώτικο και μ’ ευαίσθητη καρδιά. Τό’χε καημό να μπορούσε να μοιραστεί έστω και λίγα παιχνίδια με τα φτωχοπαίδια της γειτονιάς. Έλα όμως που η μάνα του η κυρά Δέσπω, πού’μαθε «παραπανήσια» να τον αγαπά, μετρούσε κι αναμετρούσε τα πάμπολλα παιχνίδια στην κασέλα του Πετράκη, μήπως τούτος ο «θησαυρός», όχι της κυρά Δέσπως, μα της γειτονιάς ο «θησαυρός», δώσει κανένα ακριβό παιχνίδι, στα τόσα της γειτονιάς φτωχοπαίδια. Κι αυτό το «παραπανήσια» την αγάπη πού’παμε για την κυρά Δέσπω, μην κανείς θαρρήσει την περίσσια αγάπη, μα την παραπανήσια της καρδιάς τη φτώχια, που αιτία γίνηκε, μητρυιά να γενεί για της γειτονιάς τα φτωχοπαίδια. Κι ο Πετράκης τούτο το καλοήξερε, κάθε που κρυφοκοιτάζοντας έβλεπε λυπημένος τη μητέρα του ν’ αναμετρά τα πάμπολλα του παιχνίδια. Σιγά σιγά με τούτες τις διαφημίσεις διόλου τηλεόραση δεν έβλεπε.
«Αχ αυτό το παιδί, τι να κάνεις μ’αυτό το παιδί». Κι η κυρά Δέσπω, μέρες τώρα έβλεπε τον Πετράκη να στρογγυλοκάθεται και ν’ ακούει ιστορίες από τον παππού τον Μέμνωνα. Αχόρταγα άκουε και παραύστερα αδιάκοπα ρωτούσε. «Τι να λέει τόσες ώρες με τον παππού τον Μέμνωνα;» αναρωτιόταν κι η κυρά Δέσπω. Σε καμιά δυο βδομάδες, ο Πετράκης αναζητούσε στην αποθήκη του παππού διάφορα, ξύλα, καρφάκια κουτάκια μικρά και πώματα από αναψυκτικά.
– Μα τι μαστορεύεις εκεί Πετράκη;
– Κάτι φτιάχνω μαμμά.
Κι όταν τέλειωνε το διάβασμα αρχινούσε τα μαστορέματα. «Μα καλά δεν θα τελειώσει τίποτα αυτό το παιδί;» αναρωτιόταν η κυρά Δέσπω. Που νά’ξερε όμως η κυρα Δέσπω, ότι ο Πετράκης έφτιαχνε διάφορα παιχνίδια από ξύλο, σγούρες, αυτοκινητάκια, εκσκαφείς, φορτηγάκια και τά’κρυβε στου παππού τη μικρή αποθήκη. «Αυτό το παιδί ολοένα μαστορεύει και τίποτα δεν φτιάχνει» έλεγε και ξανάλεγε η κυρά Δέσπω.
Όπου νά’ναι, έρχονται Χριστούγεννα σε δυο μέρες κι η κυρά Δέσπω με τη αγάπη την «παραπανήσια», τα καλύτερα παιχνίδια θέλει ν’ αγοράσει στον κανακάρη της. Κι ανήμερα των Χριστουγέννων ο Πετράκης, βρήκε σιμά στο κρεββάτι του σαν ξύπνησε παιχνίδια διάφορα. Από ευγένεια τ’ άνοιξε, σαν βγήκε από την εκκλησία κι ύστερα χώθηκε στη αποθήκη του παππού.
– Πετράκη μην αργήσεις, θα φάμε σε λίγο, ακούστηκε η φωνή της κυρά Δέσπως.
Τ’ απόγευμα επιτέλους έμαθε η κυρά Δέσπω κι ο Στάθης, τι μαστόρευε ο κανακάρης τους, σαν είδαν τον γυιό τους να παίζει με της γειτονιάς τα φτωχοπαίδια με τα τόσα ξύλινα παιχνίδια, τα μαστορέματά του. Για τα μικρότερα παιδιά που μαζεύτηκαν στου παππού τον αυλόγυρο είχε φτιάξει αλογάκια και βόδια με μικρές κολοκύθες. «Αχ αυτό το παιδί» αναστέναξε η κυρά Δέσπω με την «παραπανήσια» αγάπη, κρυφοκοιτάζοντας από το μισάνοιχτο παράθυρο. Ναι σίγουρα η κυρά Δέσπω, ξέχασε να κεράσει τα φτωχοπαίδια, από τα τόσα σοκολατάκια πού’χε στη μεγάλη πιατέλλα στο σαλόνι, δεν ξέχασε όμως να μοιράσει τα πάμπολλα παιχνίδια του Πετράκη στης γειτονιάς τα φτωχοπαίδια. Και γίνηκε κείνο των Χριστουγέννων τ’ αποδείλινο, στόρημα αλλιώτικο για την αγάπη την περίσσια πού’ναι της καρδιάς η αρχοντιά.
‘’Αυτά που θέλετε να πείτε στα παιδιά σας, να τα λέτε με την προσευχή σας’’ (Άγιος Πορφύριος)
Β. Χαραλάμπους
Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης μεταξύ των πολλών χαρισμάτων των οποίων έλαβε από τον Θεό, υπήρξε και σοφός παιδαγωγός. ‘’Μη πιέζετε τα παιδιά σας. Συνήθως οι αδυναμίες των παιδιών προέρχονται από τους γονείς, που καταπιέζουν τα παιδιά τους από αγάπη βέβαια, αλλά απλή ανθρώπινη αγάπη…’’*, συμβούλευε ο Άγιος Πορφύριος.
Έτσι νουθετούσε εν Χριστώ ο Άγιος Πορφύριος, τους γονείς. Παράλληλα τόνιζε ότι, η προσευχή διαδραμάτιζε κυρίαρχο ρόλο στην κατ’ οίκο Εκκλησία. ‘’Αυτά που θέλετε να πείτε στα παιδιά σας, να τα λέτε με την προσευχή σας. Τα παιδιά δεν ακούν με τα αυτιά· μόνον όταν έρχεται η Θεία Χάρις που τα φωτίζει, τότε ακούνε αυτά που θέλουμε να τους πούμε. Όταν θέλετε να πείτε κάτι στα παιδιά σας, πέστε το στην Παναγία κι αυτή θα ενεργήσει. Η προσευχή σας αυτή θα γίνει ζωογόνος πνοή, πνευματικό χάδι, που χαϊδεύει, αγκαλιάζει, έλκει τα παιδιά’’. Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, όντως υπήρξε και σοφός παιδαγωγός.
* Γεωργίου Κρουσταλάκη «Γέρων Πορφύριος – Ο πνευματικός πατέρας και παιδαγωγός», Εκδόσεις Εν Πλω, Αθήναι 2006, σ.162.
Κι άξαφνα τ’ απροσδόκητο νέφαλο
Β. Χαραλάμπους
Αναθυμάται ο Γέρων Ιωακείμ
της φωτιάς το πείσμα
στου Σιωπώντος Οσίου Γρηγορίου τη μάνδρα
όταν ο ηγούμενος με τ’ άγια λείψανα
κατάμπροστα στο πυρ
ατάραχος από του δισταγμού το παιχνίδισμα
το θείον έλεος εκζητούσε.
Κι άξαφνα τ’ απροσδόκητο νέφαλο
το δάσος ισκιώνει
κι ο υετός αρχίνισε ασταμάτητα
ίσαμε και την μάνητα
της τελευταίας φλογός.
Τα χνάρια κείνου τ’ απόβροχου
που ιριδίζουν ακόμη
το δοξολόγημα συντροφεύουν
από τις ολόμαυρες σκιές
που πορεύονται στη αφέγγαρη νυχτιά
για την ολονύχτια ευχαριστία.
*Από σημειώσεις παλιού Γρηγοριάτου του Γέροντος Ιωακείμ

