ΕΡΓΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ – Ιούλιος

ΔΙΗΓΗΜΑ

Κουρσεμένο ακροθαλάσσι

(Β. Χαραλάμπους)

Στη μνήμη που ξεθωριάζει στην άλλη σιγαλιά, κείνο τ’ αγνάντεμα στη σκλάβα γη.  Τα μακρινά λαμπυρίσματα στ’ ακρόβραχα του Πενταδάκτυλου καταμεσής στα τόσα πουρνάρια και στο λεηλατημένο πευκώνα.  Θωριά και καημός. Θαρρείς σε τούτο το καρτέρι, απάνεμος τόπος δεν υπάρχει. Μοσχοβολιά και τόσες θύμισες από τον ερειπιώνα κατ’ αντίκρυ από κείνου του Γιούλη τ’ αποκαΐδια. 

 

Το ξάγναντο κατ’ αντίκρυ αντιλαλεί  ακόμη τον καημό των τόσων αγνοουμένων.  Το διαλαλούν οι κιτρινισμένες φωτογραφίες  στην αμασχάλη των πικραμένων μανάδων, απομεινάρια και τούτα του πικραμένου Γιούλη.  Τον ίδιο καημό κουβαλά στην προσφυγιά κι η κυρά Ελένη για το μονάκριβό της τον Ανδρέα,  πού’ναι αγνοούμενος τόσα χρόνια. 

 

Κι η κυρά Ελένη προσμένει ακόμη.  Το ξέρουν και της γειτονιάς τα τριζόνια για τούτο πάψαν το τραγούδημα.  Ολονυχτίς στ’ Άγιο της Μεγαλόχαρης εικόνισμα, τον πόνο ακουμπά  για να’πιστρέψει το μονάκριβο παλληκάρι της.  Προσμένει ακόμη κείνο τον ερχομό, με την κιτρινισμένη φωτογραφία στη αμασχάλη, ίσαμε τη μέρα που θα λουλουδιάσει ο κάμπος. Μια ζωή σκόπελοι και μελτέμια, δίχως ξεγνοιασιά. Κάθε της βήμα και στεναγμός.  Και κάθε που λησμονεί θαρρείς, ο μαΐστρος φευγαλέα της ξετυλίγει τούτο τον καημό. Και γαληνεύει περίεργα, κάθε που συλλογιέται πως, ακόμα και στ’ ακροβράχια κατ’ αντίκρυ οι λιαχτίδες πεισματικά στριμώχνονται. 

 

Της υπομονής κλεψύδρα η δική της παντοχή κι ας βλέπει καθημερινά τ’ αδειανό του κρεββάτι..  Κείνος ο ερχομός για τούτη τη πονεμένη γυναίκα ακράταγο όνειρο φαντάζει.  Και γυρνά ολομόναχη στης προσφυγιάς τα στενορύμια το ηλιόγερμα, που είναι μαθεμένη η σιγή να συντροφεύει. Ξέπλεκα και του καημού τ’ απογεννίδια κι εμείς ίσαμε που προλαβαίνουμε ν΄ αποστηθίσουμε ετούτο το μεγάλο καημό.

 

 Έτσι κι ο Ανδρέας της κυρά Ελένης ο γιός, κείνο τον μαύρο Γιούλη βρέθηκε να’ναι στρατιώτης στην Κερύνεια.   Χλαλοή κι αποκαΐδια.  Οι Τούρκοι μπήκαν στην Κερύνεια.  Συναπάντημα του Ανδρέα μ΄ άλλους τρείς στρατιώτες.  Το μόνο που είπανε.  Πάμε προς τον Καραβά.  Κάποιος ήξερε ένα στρατί.  Η διαδρομή φάνταζε τόσο μακρινή.  Κάθε λίγο στο αυλάκι πέφτανε.  Τ’ αεροπλάνα τον τρόμο σκορπούσαν.  Πήραν λοιπόν το δρόμο για το Καραβά.  Έμειναν για λίγο σ’ ένα σπίτι, λίγο να ξαποστάσουν λίγο μονάχα για να βρουν κάτι να φάνε.

 

 –  Ελάτε, είναι μισάνοιχτο το παράθυρο.

 –  Γρήγορα γιατί περνούν αεροπλάνα από πάνω μας και θα μας δουν.

 –  Έλα, τέλειωνε φίλε.

 

Ο Ανδρέας έμεινε τελευταίος.  Έτσι και στο σχολείο τα παλιά χρόνια τότε που δίνανε συσσίτιο στο διάλειμμα, τελευταίος ο Ανδρέας.  Όλοι αγωνίζονταν ποιος θα πρωτοφάει κι ο Ανδρέας να περιμένει τελευταίος.  Ένας-ένας  έμπαιναν μέσα στο σπίτι στον Καραβά.  Τελευταίος ο Ανδρέας.  Έμειναν για λίγο ν’ αλληλοκοιτάζονται μεταξύ τους κι  ύστερα βρέθηκαν όλοι στην κουζίνα να ψάχνουν για φαγώσιμα.  Τα λιγοστά που βρήκαν τα μοιράστηκαν.

 

 –  Να προλάβει η νυχτιά γλυτώσαμε. Όμως είναι ακόμα δειλινό, μονολόγησε.

 

Έκλεισε απότομα την πόρτα.  Κι  όλα φαντάζαν τόσο δειλιασμένα

 

 –  Πρέπει να κρυφτούμε.

 – Να φύγουμε είπε ένας καταδρομέας. Να πάρουμε το μονοπάτι ανάμεσα στα καταράχια του Πενταδάκτυλου όταν αρχινίσει η νύχτα κι έτσι θα διαφύγουμε στο μισοσκόταδο.  Υπάρχουν τόσες βραχοσπηλιές στον Πενταδάκτυλο.

 –  Όπου να’ναι φθάνουν. Θα είναι μάταιο να φύγουμε.

 –  Να βρούμε ένα μέρος στο σπίτι αυτό, είπε άλλος, κι όταν καταλαγιάσουν τα πράγματα φεύγομε.

 –  Που όμως; Όπου και να κρυφτούμε θα μας βρουν. 

 –  Στο μικρό αποθηκευτικό χώρο πάνω από την πόρτα του μπάνιου.

 –  Πως θα ανεβούμε;

 –  Θα σας βοηθήσω εγώ, είπε ο Ανδρέας κι  ύστερα θα κρυφτώ κάπου.

 

Έτσι κι έγινε.  Στην αρχή φυσικά δεν δέχτηκαν, ύστερα όμως επέμενε ο ίδιος πεισματικά και δέχτηκαν.  Έτσι ήταν ο Ανδρέας από μικρό παιδί, καλόκαρδος.  Σαν κρύφτηκαν οι υπόλοιποι στον αποθηκευτικό χώρο σύρθηκε βιαστικά κι ο Ανδρέας  κάτω από ένα παλιό κρεββάτι. Βάζοντας μπροστά του μικρά κασόνια για τον κρύβουν εντελώς.  Κι έμεινε ακίνητος δίχως το παραμικρό ανασάλεμα.

 

Ακούστηκαν βήματα στα χαμόκλαδα έξω από το σπίτι και ξενικές ομιλίες.  Άγρια κλωτσοκοπήματα στην πόρτα και φωνές.  Ένας πυροβολισμός, η πόρτα έσπασε και μπήκαν μέσα δύο Τούρκοι στρατιώτες.  Πρόσωπα αγριωπά, τ’ άδικου πρωτοκάρπισμα.  Ανοιγόκλειναν βίαια τις πόρτες.  Το ψάξιμο παντού.  Ριπές αυτομάτων όπλων.  Χλαλοή κατακτητών.  Στο τέλος βρήκαν μοναχά τον Ανδρέα,  τους άλλους δεν τους βρήκαν.

 

Κατά πως μαθεύτηκε αργότερα τον Ανδρέα τον πήραν αιχμάλωτο στα Άδανα κι από τότε κανένα νέο για τον Ανδρέα.  Ο Ανδρέας είναι αγνοούμενος τόσα χρόνια.  Οι άλλοι έφυγαν μόλις έπεσε σκοτάδι. Ήξεραν πολύ καλά πως, τούτο το φευγάτισμα  αποκάρπι πως ήταν της περίσσειας του Ανδρέα καλωσύνης.

 

Κι  η κυρά Ελένη, η μάνα του Ανδρέα, όταν ξωμείνει μονάχη στον αργαλειό αρχινά να ξετυλίγει μαζί με τ΄ αδράχτι τις τόσες θύμισες από το μονάκριβό παιδί της.  Κι όσο ξεμακραίνουν κείνου του Γιούλη οι θύμισες, πασκίζοντας πιότερο φεγαλέες να φαντάζουν, πιότερο η κυρά Ελένη αποζητά κείνο τ΄ αντάμωμα. Πεισματικά ξεφυλλίζει εκείνο που τόσοι και τόσοι λησμόνησαν. Τα σιωπηλά σήμαντρα, ψιμυθιές σε τούτη παντοχή.  Στη γωνιά ακόμη τρεμοσβήνει το καντηλάκι στην Παναγιά την Γλυτζιώτισσα και στον Άγιο Ανδρέα, την απαντοχή αλλιώς καρπίζοντας.

 

Δεν είναι μαθεμένη η κυρά Ελένη στις πολύβουες πολιτείες με τα περίσσεια και τ’ ανέμελα τραγουδίσματα.  Ήξερε πάντοτε στον πόνο της, λίγη χαρά να βάζει από κείνη τη χαρά των παραδίπλα και τανάπαλιν στη χαρά επάνω από των πονεμένων λίγο έστω καημό.   Τώρα στης ζωής το λιόγερμα, η παντοχή αναπαμό δεν έχει.

 

Πόσο εύκολα λησμονούμε και τανάπαλιν πόσο εύκολα θυμούμαστε.  Από τότε για την κυρά Ελένη, στην πικρή προσφυγιά σωπάσαν τα λαλούμενα.  Κι έμεινε μονάχα τούτο το πικροθώρι  από τη σκλαβωμένη πατρίδα.  Τόσα σούρουπα ξεριζωμού, έμαθε αλλιώς να κοιτά τον ουρανό, προσμένοντας να’ρθεί τ’ ορθρινό της λευτεριάς αντιφέγγισμα.  Όταν τανάπαλιν φυσήξουν οι αγέρηδες, ο σκλάβος αιγιαλός θ’ αρχινίσει να φλοισβίζει για το φευγιό των αλλοφερμένων. 

 

Η επίσκεψη ναρκομανούς φοιτητή στον Άγιο Παΐσιο

(Β. Χαραλάμπους)

Κοντά στο έτος 1980 στη Θεσσαλονίκη, ένας φίλος ενός συμφοιτητή  μου, φοιτητής και αυτός, είχε  μπλέξει με τα ναρκωτικά.  Αφού έφτασε σε πλήρη απόγνωση αποφάσισε να πάει στο Άγιο Όρος στον Όσιο Γέροντα Παΐσιο, για τον οποίο είχε ακούσει πολλά θαυμαστά. 

Όπως διηγόταν κατόπιν, ξεκίνησε μονάχος του και πήγε στο Άγιο Όρος  στο Κελίον Παναγούδα, όπου ασκήτευε ο Όσιος Παΐσιος.  Εκεί ήταν κι ένας ιερωμένος άγνωστος σ’ αυτόν, που περίμενε να δει τον Όσιο Γέροντα. 

Αφού περίμενε περί τις δύο ώρες  και πλέον, ο φοιτητής άρχισε να τρέμει από τη στέρηση των ναρκωτικών πάρα πολύ.  Ο ιερωμένος δεν μπορούσε να περιμένει και έφυγε.  Μόλις έφυγε ο ιερωμένος κατέβηκε ο Όσιος Παΐσιος και του άνοιξε.  Τον κτύπησε ελαφρά στον ώμο λέγοντάς του ‘’Ελα …’’, αναφέροντας το όνομά του.   Αμέσως με το κτύπημα στον ώμο σταμάτησε να τρέμει. 

Πήγαν κατόπιν στο κελί και μίλησαν αρκετά ή μάλλον του μίλησε αρκετά ο Άγιος Γέροντας.  Αυτό έγινε αφορμή για να φύγει από τη μάστιγα των ναρκωτικών ο φοιτητής αυτών και να αλλάξει ζωή.

ΠΟΙΗΣΗ

Περίεργα ακολουθώντας

(Β. Χαραλάμπους)

Κοπαδιαστά οι αχτίνες

του χειμωνιάτικου ήλιου

πεισματικά στριμώχθηκαν

από τα καμαρωτά τζάμια

μ’ ημερήσιο φως γεμίζοντας

το Καθολικό της Μονής Ιβήρων.

 

Στην ορθρινή ακολουθία

λευκογένειος γέρων στο ψαλτήρι

αργά να ψέλνει τον ιαμβικό κανόνα

με κατάνυξη περισσή

όση ώρα κι αν χρειαστεί

ακολουθώντας της καρδιάς του τη συρμή.

 

Η προσευχή τούτη των ταπεινών

π’ ασταμάτητα προσφέρεται

στον Κύριο της Δόξης.

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

Μαθητής …που το παραθύριν

(Βασίλη Χαραλάμπους)

–  Μα τι έσιεις Γιακουμή.

–  Τίποτε Σταυρούλλα, εν πού’μαι ποσταμένος.

–  Τζιαι θέλεις να το πιστέψω τούτον που μου λαλείς;

–  Έσιει θκυό μέρες που ποτίζω τα χωράφκια Σταυρούλλα.

–  Πως ποτίζεις Γιακουμή ξέρω το, αλλά τούτον που θωρώ, έν εν που την ποστασούραν.

–  Έσιεις όρεξη Σταυρούλλα.

–  Έν άλλες σκέψεις που σε βασανίζουν Γιακουμή.  Έν μου γελάς.

–  Έ,το θέλεις κουβέντα Σταυρούλλα..

–  Έσιει που τα προχτές που σου είπα για τον Μιχάλην μας…

–  Η κουβέντα ετέλλειωσεν  Σταυρούλλα.

–  Ο Μιχάλης θα μείνει στα χωράφκια τζιαι στο κοπάδιν είπαμεν.

–  Μα αφού θωρείς ότι ο Μιχάλης μας έν των γραμμάτων, γιατί έν τον αφήνεις να μείνει στο σκολείον τζι έβκαλές τον;  Αφού θωρείς είντα καμόν το’σιει γιατί έν τον αφήννεις στο σκολείον;

–  Πάλαι επιμένεις…

–  Εξάλλου είπεν το τζι ο δάσκαλος ο Λευτέρης.  Έν είδεν που είπεν, έπιασές μου τον καλλύττερον μαθητήν;  Για τα χωράφκια τζιαι τες αίγιες έσιεις τον γιόν μας τον Κωστήν.

Πάλαι επιμένεις.  Τούτη η συζήτηση εγίνηκεν πολλές φορές, μα τίποτε έν εγίνετουν.  Τζιαι να πει κανένας πως ο Γιακουμής ο Τρίμυθθος είσιεν κανέναν κοπάδιν μιάλον;    Πέντες αίγιες είσιεν τζι ελάλεν το κοπάδιν.  Το γινάτιν του Γιακουμή του Τρίμυθθου ήταν γνωστόν μέσ’ το χωρκόν.  

Τζιαι που αννοίξαν τα σκολεία ύστερις που καμιάν δεκαπενταρκάν ημέρες, ο Μιχάλης έν εσιουρκάζετουν.  Έπαιρνεν τες αίγιες κοντά στο σκολείον, εμάζεφκέν τους κάμποσα χόρτα τζι έδιννες τες στο δεντρόν  να φάσιν.  Έπιαννεν που την βουρκούν του φελλούς που εμάζεφκεν που τους ευκαλύπτους στ΄αλώνι τζιαι σιγά – σιγά να μέν τον δούσιν, επήαιεννεν πόξω που την τάξην τζι εποσσιέπαζεν κρυφά που το παραθύριν. 

Εμείνισκεν τζιαμαί καμιάν ώραν τζι επαρακολούθαν μάθημαν.  Τζιείνα που ενόμιζεν ότι έπρεπεν να τα γράψει, έγραφέν τα πάνω στους φελλούς των ευκαλύπτων.  Για μολύβιν έκοβκεν με το μασιαίριν κάρβουνον τζι έκαμνέν το όπως το μολύβιν.  Πριν να φύουν που την τάξην τα κοπελλούθκια, έφευκεν κρυφά να μέν τον δει κανένας.

Τούτη η κουβέντα επήεν μήνες, μα ο δάσκαλός του ο Λευτέρης, έν τζι  ετζιοιμάτουν.  Εθώρεν τον Μιχάλην σαν έκαμνεν μάθημαν τζι έν ελάλεν τίποτε.  Τζιαι μια θκυό φορές που είδεν τον Μιχάλην, το μόνον που ερώτησεν τον Μιχάλην ήταν αν έν καλά οι δουλειές του χωραφκιού.  Εσιαίρετουν τζι ο Μιχάλης πως έν τον επήρεν είδησην ο δάσκαλός του ο Λευτέρης.  Κάθε όμως κόπος, έσιει τον παμόν τζιαι το ποκάρπιν του.

Τζιαι μιάν ημέραν που συμπλάστηκεν ο δάσκαλος με τον Τρύμιθθον, το μόνον που τον αρώτησεν ήτουν ‘’αν επολλύναν οι φελλοί που φέρνει ο Μιχάλης’’.  Η Σταυρούλλα που έτυχεν να ήταν τζιαμαί επολοήθην τζι είπεν ‘’ναι έν προσάναμμαν για την φωθκιάν’’.  ‘’Προσάναμμαν ένι, αλλά όϊ για την φωθκιά’’, είπεν τους ο δάσκαλος.  ‘’Δηλαδή;’’ επρόλαβεν να ρωτήσει η Σταυρούλλα.  ‘’Προάναμμα ένι, αλλά για μάθησην’’.  Δαμαί ήτουν τζιαι το τέλος της κουβέντας τούτης, γιατί ο δάσκαλος εξήγησέν τους τα ούλλα.  Έθελεν έν έθελεν ο Γιακουμής εδέχτην.  Η Σταυρούλλα επέταν που την χαράν της.  

Την επάυριον επήεν τζι ο Μιχάλης στο σκολείον.  Το μόνον που είσιεν να κάμει ο δάσκαλος ήτουν να εξηγήσει τους μιτσιούς στην τάξην.  Ο Μιχάλης έκατσεν πρώτον θρανίον, μόνον που τούτην την στράταν…ήρτεν δίχα τους φελλούς.  Τούτη έν η ιστορία του Μιχάλη του Τρίμυθθου του δασκάλου.  Το μόνον κακόν που τού’μεινεν, ήταν που τον ελαλούσαν ‘’ο μαθητής …που το παραθύριν’’.

ΠΟΙΗΣΗ

Κι ανταύγαζε περίεργα

(Β. Χαραλάμπους)

Στην ακροθαλασσιά του Ρωσικού

πλησίον στον αρσανά

στων πλατανιών το ίσκιωμα

καθίσαμε σιωπηλοί να ξαποστάσουμε.

 

Και καθώς η παράκτια αύρα

μάζωχνε τα γλαροπούλια

στον αρσανά πούμοιαζε εγκαταλειμμένος

έτσι κι η παραπανήσια σιωπή

ανταύγαζε περίεργα

στο γαληνεμό της θάλασσας.