ΕΡΓΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ – Σεπτέμβριος

ΔΙΗΓΗΜΑ

«Καππαδόκης»

(Β. Χαραλάμπους)

Μονάχος τα δίχτυα φτιάχνει, άλλοτε σιγοτραγουδώντας ότι κουβάλησε ο πατέρας του από τη Καππαδοκία κι άλλοτε ψέλνοντας ν’ ακούει «μονάχα ο Θεός κι οι γλάροι» καθώς συνηθά να λέγει, βιγλίζοντας αντάμα με το φάρο τούτο τ’ ακρόγιαλο. Κι αν τον ρωτούσαν καμιά φορά πως περνά στο φάρο στ’ ακρωτήρι, κουνούσε το κεφάλι του κι έλεγε με τόση φυσικότητα «Εγώ κι ο Θεός μόνο». Στο φάρο είν’ αλλιώς τα πράγματα.  Το φαγητό λιγοστό, ψάρια, τυρί, κρασί και βρόχινο νερό από τη στέρνα.  Κι έμενε μονάχος στο φάρο, στ’ ακρωτήρι Λιθάρι της Σκύρου τα Λιναριά, το στεριανό τούτο βιγλάτορα, μ’ ατέλειωτο συντρόφεμα τον Άη Νικόλα στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς.

 

Από μια παλιά κολοκύθα είχε φτιάξει κάτι σαν ούτι μικρό, τον πόνο ν’ αναθυμάται που ο γέρο-Λούκας, ο πατέρας του κουβάλησε από την αγαπημένη του Σινασό της Καππαδοκίας, τη Σινασό που δεν λέμε ν’ απολησμονήσουμε.  Κι αρχινούσε το τραγούδημα να συντροφεύει το φλοίσβο του πελάγους.

                       «…το πάνω βήμα πάρτηκεν

                           το κάτω αποκοιμάται

                           το μεσακό εστράγγισεν,

                            παιδιάμ’ πάρτην η πόλη…»

 

Στην καθημερινή ετούτη θαλασσογραφία τρεμοπαίζει κι η μονοτονία με το πελαγίσιο ολογάλανο.  Σύναυγα οι ίδιες στιγμές που ταιριάζουν στον καθημερινό μονόλογο, στιγμές που μικραίνουν κάθε που σιμώνουν στο βράχο βαπόρια κι ανεμότρατες.  Κάθε απόβραδο ολομόναχος κι έχει μάθει να ξεμακραίνει από τούτα τ’ ακροβράχια με θύμισες διάφορες, που συνηθάνε κάθε νυχτιά να στριμώχνονται ομορφαίνοντας τις στιγμές της βαρυγκομιάς.

 

Με τέτοια μαυροσύννεφα τούτο τ’ αποδείλινο θα’χει μεγάλη τραμουντάνα.  Βοριάδες αναφυσούν από νωρίς. Έμεινε για λίγο στη ξύλινη γλύστρα, πλάϊ στη βάρκα του φάρου, κοιτάζοντας το πέλαγος και μονολογώντας πως «όπου νάναι έρχεται μπουρίνι». Έτσι είναι όταν πιάσουν οι βοριάδες στο Αιγαίο αρχινούν κι οι έγνοιες.  Κρυβήκανε οι κορμοράνοι κι οι σταχτοτσικνιάδες.  Ούτε ένας ξεχασμένος αιγαιόγλαρος δεν έμεινε για συντρόφεμα.  Τα μαυροσύννεφα δεν άργησαν να κουβαλήσουν τ’ ανεμόβροχο.  Στραπές, βροντές, το πέλαγος τρικυμίζει και στου ορίζοντα τα βάθια κουβαλά μια ψαρόβαρκα που πασκίζει ν’ αντιπαλέψει τ’ αγριόκυμα.  «Παναγία μου», είπε ο Ευστράτης, «Παναγία μου», «Άγιε Νικόλα βοήθα με».  Με τέτοια καταιγίδα βγαίνει από το φάρο και μ’ ένα κίτρινο πανί τ΄ ανεμίζει στον αγέρα να το δει ο ψαράς.

 

Σε τόσο λίγο χρόνο η βάρκα πλησίασε τα βράχια. Όμως ένα μεγάλο κύμα αναποδογύρισε τη ψαρόβαρκα κι ο ψαράς βρέθηκε στη θάλασσα φωνάζοντας βοήθεια.  Στην τόση δίνη και βιασύνη που κουβαλούν τούτες οι στιγμές, έπεσε ο Ευστράτης στη θάλασσα.  Αποκοτιά μεγάλη κι ευτυχώς που βρέθηκαν κάτι παλιά δίκτυα μπλεγμένα στα βράχια και πιάστηκε ανέβαίνοντας ξανά στα βράχια. Μια τ’ ακροβράχια, μια τα δίχτυα τα κατάφερε να μείνει εκεί όπου τα βράχια ήταν σαν γούρνα σκαλιστή.  Γιατί ετούτος ο δισταγμός;  Γιατί ο τολμηρός Ευστράτης να διστάσει;  Εδώ δεν φοβήθηκε τις προάλλες να βουτήξει για λίγα χταπόδια και τώρα που είναι να σώσει έναν άγνωστο ψαρά…κάποιον άλλο… που δεν είναι άλλος… Η αλήθεια ήταν πως αν δεν έκανε τούτη τη δεύτερη σκέψη δύσκολα θα γλύτωνε.  Ούτε τον ψαρά θα γλύτωνε κι ίσως να πνιγόταν κι αυτός.  Στη μοναξιά είχε μάθει για της βιασύνης τ’ άσοφον.  Αφού είδε πως σε τούτο το γουρνόβραχο λιγόστεψε ο κίνδυνος, αρχίνισε τα δίχτυα να μαζεύει.  Ο άγνωστος ψαράς συνέχισε να φωνάζει.

     – Βοήθεια χριστιανέ μου πνίγομαι.

     – Κρατήσου λίγο ακόμη.

 

Μάζεψε λοιπόν γρήγορα τα δίχτυα, τα τύλιξε σαν καραβόσκοινο και τά’ριξε στη θάλασσα.

  – Έλα πάρε τα δίχτυα και κολύμπα αντίθετα από τα βράχια, μη σε κτυπήσει το κύμα στα βράχια κι εγώ θα σε βγάλω στη ξέρα.

 

Τραβούσε με δύναμη το σχοινί από τα δίκτυα κι έτσι κατάφερε κι έβγαλε στη στεριά τον ψαρά.  Η ψαρόβαρκα τσακισμένη στα βράχια κι η επιγραφή στο μεγαλόξυλο  «Καππαδόκης».  Ετούτο κι αν ήταν μπουρίνι.  Για μια στιγμή συννέφιασε το λιοκαμένο του πρόσωπο.  «Που βρέθηκε εδώ τούτη η ψαρόβαρκα;», «αυτή η ψρόβαρκα είναι του γυιού μου του Κυριακού».  Το χαρτί που του’στειλε ο γυιός του ο Κυριακός με τον Χαραλάμπη τον Γύπα τον βοσκό, που του μηνούσε πως του κλέψαν τη βάρκα είναι ακόμα στην τσέπη του.  «Ώστε αυτός είναι σκέφτηκε» και συνέχισε με δύναμη να τον τραβά προς τα βράχια.

 

Σε λίγο στο μικρό τραπέζι φίλευε τον άγνωστο ψαρά, με τη στολή του φαροφύλακα, γιατί τα βρεγμένα του ρούχα στέγνωναν στη φωτιά.  Σιωπηλοί τρώγανε την σφυρίδα και το σαργό μαζί με το καλοκράσι, τη μαυροκουντούρα από την  Κύμη,  που τού’στειλε ο Γιάννης ο Κυμιός.  Το βράδυ ο ξένος ψαράς κοιμήθηκε στο κρεββάτι…έτσι το θέλησε ο φαροφύλακας κι ο Ευστράτης στην καρέκλα τυλιγμένος μια παλιά χλαίνη.  Αχάραδα ο ξένος ψαράς κίνησε για τα Λιναριά, με κείνο αποχαιρέτισμα «Στο καλό να πας, στο καλό να πας» κι ύστερα ο Ευστράτης μάζεψε τα βαρκόξυλα που πιάστηκαν στα βράχια κι αρχίνισε να μαστορεύει ένα παγκάκι με την επιγραφή απάνωθε «Καππαδόκης».