
Από εκείνο το θαμπό τζάμι (Βασίλης Χαραλάμπους)
Ψιλοβρέχει και πάλι και τα παιδιά της γειτονιάς να παίζουν μπάλα καταμεσής στα λασπονέρια. Τις προάλλες συνέχισαν να παίζουν κι όταν ακόμη είχε αρχίσει να βρέχει.
Η Κατερίνα, το μικρότερο κορίτσι της κυρά Ευδοκίας κοιτούσε από το τζάμι του μικρού σανατορίου τα παιδιά που παίζανε στη βροχή. Κάθε τόσο σκούπιζε με το μανίκι της το τζάμι εκείνο που τόσο θάμπωνε από τα χνώτα της. Είχε κι αυτή το δικό της μερίδιο από τούτη τη χαρά των παιδιών κι ας είχε γεμίσει με κούκλες το κρεββάτι της.
Το είχε μεγάλο καημό να τελειώσει ετούτη η αρρώστια της και να κατεβεί να παίξει κι αυτή με τ΄ άλλα παιδιά κι ας έριχνε και χαλάζι. Κάθε τόσο ρωτούσε τον κοντούτσικο γιατρουδάκο.
-Πότε θα βγω κυρ - γιατρέ μου;
-Λίγο ακόμα Κατερίνα.
-Όλο τα ίδια μου λες κυρ - γιατρέ, πρόσθετε με παράπονο η Κατερίνα που είναι τώρα πέντε μήνες στο σανατόριο.
-Εξάλλου δεν κάνει να κρυώσεις, τονίζει ο γιατρός.
Άλλοτε πάλι τη νοσοκόμα….
-Λίγο να κατεβώ κυρία Ελένη με τα άλλα παιδιά να παίξω .
-Μα θα κρυώσεις καλό μου κορίτσι.
Κάθε μέρα το ίδιο σκηνικό στο θαμπό εκείνο παράθυρο. Κι όταν η παρέα των παιδιών κάτω φεύγει τότε λυπημένη ζωγραφίζει με το δακτυλάκι της το θαμπό τζάμι.
Τις προάλλες βγήκε η μεγάλη απόφαση. Θα έφευγε επιτέλους από κείνο το σανατόριο. Μάζεψε τα πράγματά της, στην τσάντα πού’χε μόνιμα πια στο ερμάρι και μόλις που την πρόλαβε η γριά νοσοκόμα που βρισκόταν στην είσοδο του σανατορίου. Η μητέρα της ούτε που πρόλαβε ν΄ ανεβεί επάνω.
Στο σανατόριο μάζεψε πολλά δώρα. Τι να τα κάνει όμως; Αυτή ήθελε τόσο να παίξει με τα άλλα παιδιά . Ήρθε όμως ο καιρός να φύγει από το σανατόριο. Η χαρά της ήταν απερίγραπτη . Νόμισε πως ο κόσμος άλλαξε. Πέρασε αρκετός καιρός. Μια μέρα εκεί όπου έπαιζε πήρε το μκρό της ποδήλατο πήγε στο σανατόριο. Εξάλλου ήταν και κοντά στο σπίτι της.
Εξάλλου σχόλη είναι, σε λίγες μέρες Χριστούγεννα. Σταμάτησε στη μεγάλη αλάνα κάτω από το σανατόριο κι έμεινε να κοιτάζει τα παιδάκια πού΄ παιζαν . Ήταν τα ίδια παιδιά πούβλεπε από κείνο το θαμπό παράθυρο. Στο ίδιο τώρα παράθυρο ένα άλλο κοριτσάκι. Ένα παιδί της έκανε νεύμα να παίξουν «γερμανικό» με τη μπάλα. Αυτή όμως έμεινε να κοιτάζει το κοριτσάκι που χάζευε από το παράθυρο, από το ίδιο εκείνο θαμπό τζάμι.
Από το διπλανό παράθυρο το κοριτσάκι τη χαιρέτησε κιόλας. Ντροπαλά κούνησε κι αυτή το χέρι της. Πόσο ήθελε κι αυτή να τη χαιρετούσε ένα παιδάκι τις μέρες που ήταν στο σανατόριο. Εκεί έμεινε αρκετή ώρα. Τα δυό κοριτσάκια ξεθαρρεύοντας δείχνανε τα παιχνίδια τους. Σε λίγο χαιρέτησε και πήρε το δρόμο για το σπίτι της. Όμως τούτη η αλάνα έγινε μόνιμο πια παιχνίδι της. Ανήμερα τη μεγαλογιορτή των Χριστουγέννων έφερε δυό κούκλες πούφτιαξε η ίδια και τις έδωσε στο θυρωρό του σανατορίου δώρο για το κοριτσάκι. Εκείνο το θαμπό τζάμι τη δίδαξε πολλά.

Θέλουν δεν θέλουν (Βασίλης Χαραλάμπους)
Σιγοβρέχει
στου Πρωτόκλητου το Μοναστήρι
κι η στρόφιγγα στον αυλόγυρο
δεν στέρεψε ακόμα .
Το μελανούρι
κοιτάει τη σύρτη
λίγα βέρτσια πιο κάτω
και στροβιλίζετα πλάϊ στα βράχια.
Κι ο φλοίσβος
στύβει θαρρείς
σαν λευκόπαννο την καρδιά.
Θα περιμένω λίγο ακόμα
γιατί τούτες οι κορβέτες
θα φύγουν κάποτε
θέλουν δεν θέλουν.

Αρκοσπάναχον (ή σπανάσ̌ιν τηανητόν) με την κανέλλαν (Βασίλης Χαραλάμπους)
Υλικά
αρκοσπάναχον (ή σπανάσ̌ιν το φυτευτόν)
μισόν ποτήριν λάδιν
κανέλλα κουπανισμένην τζ̌ιείνην την ώραν
άλας
Πλυννίσκουμεν καλά το αρκοσπάναχον τζι αφήννουμέν το στην μαντηλιάν να στεγνώσει. Βάλλουμεν λάδιν μέσ’ το τηάνιν να βράσει τζ̌ιαι γύρνουμεν το αρκοσπάναχον να τηανιστεί. Άλας βάλλουμεν λλίον. Προς το τέλος βάλλουμεν τζιαι κανέλλαν κουπανισμένην τζ̌ιείνην την ώραν μέσ’ το γδιν (γουδίν).

Η μικρή σκούνα (Βασίλης Χαραλάμπους)
Σηκώθηκε αργά –αργά , μέρες τώρα στο κρεββάτι , μια σούπα να κάνει. Τι να γίνει που την άλλη φορά που ο γυιός της ο Γιάννης δοκίμασε τη σούπα να φτιάξει στην άρρωστη μάνα κι΄ακόμα θυμάται κείνη τη γκριμάτσα που έκανε η μάνα του στην πρώτη κουταλιά. Δεν τα πολυκατάφερνε σε κάτι τέτοια πράγματα ο Γιάννης. Η μητέρα του στην κουζίνα κι΄ ο Γιάννης πηγαινοερχόταν σκεφτικός στο δωμάτιο του.
Μια στιγμή κοντοστάθηκε για λίγο, το πρόσωπό του είχε άλλη όψη , σαν χαρούμενο έδειχνε. Κάτι ψυθίρισε και παραύστερα άρχισε να ψάχνει στα συρτάρια Έψαχνε ,έψαχνε μέχρι που βρήκε μια παλιά σχισμένη άσπρη φανέλλα . Τι να την κάνει άραγε τούτη τη σχισμένη φανέλλα; Την κοίταξε για λίγο κι΄ ύστερα βγήκε έξω βιαστικός κατ’ αντίκρυ στον κυπαρισσώνα . Σε λίγο νάσου μπαίνει μέσα κρατώντας κλαράκια διάφορα. Κάθησε πλάϊ στη θράκα κι΄ άρχισε να φτιάχνει ένα καραβάκι, μια μικρή σκούνα για των Χριστουγέννων τα κάλαντα. Κι’ έγινε τούτη η σκισμένη φανέλλα άρμενο για τη μικρή σκούνα. Έμεινε ώρα πολλή εκεί πλάϊ στη θράκα να τεχνουργεί το δικάταρτο. Κάθε τόσο διέκοπτε και σιγοτραγουδούσε ένα κομάτι από τα κάλαντα. Παραύστερα ανασηκώθηκε χαρούμενος κρατώντας τη μικρή σκούνα στα χέρια του. .
Ο Κωστής ο μικρότερος αδελφός του μόλις μπήκε έμεινε να κοιτά έκπληκτος τη μικρή σκούνα. .
-Τι ωραίο που είναι! Θα το βάλουμε στο αυλάκι με το νερό να κολυμπήσει; .
-Όχι Κωστή ,είναι το καραβάκι που θα κρατάμε στα κάλαντα . -Όταν περάσουν τα Χριστούγεννα θα το βάλουμε στο αυλάκι να κολυμπήσει; Επέμενε ο Κωστής. .
-Καλά τότε να το βάλουμε . Άντε τώρα να πάρεις τη φλογέρα σου και να πείς και στο Γιώργο να πάρει το τρίγωνό του για να πούμε τα κάλαντα στις απάνω γειτονιές. .
Η μητέρα στην κουζίνα και κατόπιν στο δωμάτιο της δεν κατάλαβε τίποτε. Σε λίγο κίνησαν και οι τρείς τους για τις απάνω γειτονιές. Ο Γιάννης μπροστά με τη μικρή σκούνα και λίγο πιο πίσω ο Γιώργος με το τρίγωνό του κι’ ο Κωστής με τη φλογέρα να φυσάει κατά βούληση. .
Κείνο τ΄απόγευμα φυσούσε οστριογαρμπής. Ανασήκωσαν λίγο τα γιακαδάκια τους και προχώρησαν για τις απάνω γειτονιές. Ο αγέρας κρύος και δεν έλεγε να κοπάσει. Αρχίνισαν λοιπόν να τραγουδούν τα κάλαντα. Ο μικρότερος , ο Κωστής τραγουδούσε μ΄όλη τη δύναμη της ψυχής του, άσε που ξεχνούσε κιόλας τα λόγια κάθε τόσο. Άλλοι τους καλοδέχονταν κι΄ άλλοι τους διώχναν με ευγένεια . Κι’ όμως υπήρχαν και κάποιοι που σχεδόν τους κλείναν κατάμουτρα την πόρτα.Αυτούς έτσι κι’ αλλιώς ο Γιάννης τους ήξερε κι΄από πέρυσι και δεν πολυστεναχωρήθηκε. .
Γυρνούσαν ώρα πολλή ίσαμε το γέρμα . Τ΄ αγέρι συνέχισε να φλυαρεί καταμεσής στα στενορύμια κι΄ο Γιάννης με τ΄ αδέλφια του συνέχισαν να τραγουδούν τα κάλαντα. Πέρασαν κι΄ από την εκκλησιά τ΄ Άη Μηνά. Ο Γιάννης κοντοστάθηκε λίγο ,κάτι ψυθίρισε, έκανε το σταυρό του κι΄ ύστερα συνέχισε. Πήραν το δρόμο της επιστροφής . Άρχισε να βραδιάζει . Το φεγγάρι ολόγιομο, φεγγαροβραδιά σίγουρα και τούτην τη νύχτα. .
Στο δρόμο για το σπίτι συνάντησαν τον Αλέξη του φούρναρη ο οποίος γυρνούσε με το ποδήλατο του τις γειτονιές. Πέρασε με ταχύτητα από πλάϊ τους κι΄ άρπαξε το κουτί με τα χρήματα . Μάταια φώναζε ο Γιάννης με τ΄αδέλφια του. Έτρεξαν για λίγο ξωπίσω του μα που να τον προλάβουν. Χάθηκε σαν σίφουνας στις απάνω γειτονιές . .
-Τώρα τι κάνουμε Γιάννη ; .
-Τίποτα Κωστή. .
-Κρίμα , συμπλήρωσε ο Γιώργος. .
-Λοιπόν τσιμουδιά στη μητέρα μας, είπε στενοχωρημένος ο Γιάννης. .
-Κι΄αν μας ρωτήσει; .
-Καλά θα δούμε Γιώργο. Πάντως εσείς τσιμουδιά. .
Περνούσαν σιωπηλά τα δρομάκια στις απάνω γειτονιές. Σε λίγο φτάσαν στο φτωχικό τους. Προσεχτικά άνοιξαν την ξώθυρα κι΄ αγάλι –αγάλι μπήκαν μέσα. Προς έκπληξή τους όμως βρέθηκαν κατ΄αντίκρυ στη μάνα τους που τους περίμενε πλάϊ στη θράκα. .
-Μπα τι βλέπω; Τρίγωνο,φλογέρα, καραβάκι….
-Εμείς το φτιάξαμε, διάκοψε ο Κωστής. .
-Εσείς το φτιάξατε; Είναι πολύ ωραίο. .
Κάθησαν λοιπόν περιτρίγυρα στη μάνα τους, πλάϊ στη θράκα. Ο Κωστής άφησε ένα μειδίαμα όλο ερωτηματικά. Ο Γιώργος ο πιο λησμονιάρης απ΄όλα τ΄αδέλφια του άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του.Μάταια ο Γιάννης προσπαθούσε να κάνει νεύμα στο Γιώργο να σταματήσει. Ευτυχώς όμως που η μητέρα τους ανασηκώθηκε να τους βάλει σούπα . .
-Καθίστε στο τραπέζι να σας βάλω λίγη σούπα να ζεσταθείτε. .
Κάθισαν λοιπόν περιτρίγυρα στο τραπέζι σιωπηλοί κι΄ η μητέρα έβαλε στις γαβάθες τη σούπα. Πριν καλά καλά αρχίσουν να τρώνε κτυπά επίμονα η πόρτα . .
-Ποιος νάναι τέτοια ώρα; Ψυθίρισε η κυρά Διαμάντω και πήγε προς την πόρτα. .
Ανοίγει την πόρτα και τι να δει; Ο Αλέξης του φούρναρη έχοντας σφιχτά στην αγκαλιά του το κουτί με τα χρήματα. .
-Καλώς τον Αλέξη. .
-Καλησπέρα και περαστικά κυρά Διαμάντω. .
-Έλα να σου βάλω να φάεις σούπα να ζεσταθείς. .
Ο Γιάννης και τ’ αδέλφια του έμειναν να κοιτούν απορημένοι. Η κυρά Διαμάντω πήγε να βάλει σούπα κι΄ο Γάννης έβαλε τον Αλέξη να καθήσει πλάϊ του. Περίτεχνα ο Αλέξης άφησε το κουτί στο χέρι του Γιάννη. Μόλις που πρόλαβε γιατί ήρθε η κυρά Διαμάντω με τη σούπα.
-Πως από δω Αλέξη;
-Να για να πούμε τα κάλαντα αύριο, είπε δισταχτικά ο Αλέξης.
-Να τα πείτε παιδιά μου , να τα πείτε. Έλα φάτε τη σούπα σας και θα σας φέρω κι΄άλλη. .
Άραγε να μη κατάλαβε η κυρά Διαμάντω; Σε λίγο έκανε να φύγει ο Αλέξης. .
-Στάσου Αλέξη,του φωναξε ο Γιάννης. .
Πήρε τη μικρή σκούνα και την έδωσε στον Αλέξη. .
-Τι είναι αυτό Γιάννη; .
-Το καραβάκι που θα κρατάς αύριο στα κάλαντα .Δικό σου. .
-Σ’ ευχαριστώ Γιάννη ,σ’ ευχαριστώ. .
Κάποιο μορφασμό πήγε να κάνει ο Κωστής μα τον διάκοψε το αυστηρό βλέμμα του Γιώργου και συνέχισε να ρουφάει τη σούπα του . Το χαμόγελο της κυρά Διαμάντως μαρτυρούσε πόσο καλά κατάλαβε τούτη η πονεμένη γυναίκα που ήξερε καλά να κρύβει σαν κλεψίμι στην καρδιά του Γιάννη της, την τόση αρχοντιά.

