ΕΡΓΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ – Δεκέμβριος

Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς

Β. Χαραλάμπους

Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς ήταν απλά όπως τζ̌ιαι η ζωή του χωρκού μας. Πριν τα Χριστούγεννα εφουρνίζαν στο χωρκόν μας για ούλλες τες γιορτές του Δωδεκαημέρου. Μαζί με τα ψουμιά τα σισαμένα τζ̌ιαι τα ποξαμάθκια εκάμναν τζιαι την ‘’βασιλόπιτταν’’ που το ίδιον ζυμάριν. Ήταν μιαλύττερον που τα άλλα τα ψουμιά τζ̌ιαι είσ̌ιεν έναν σταυρόν με ζυμάριν κουλλουρωτόν. Στην μέσην εκάμναν ένα μιτσήν λουκκούϊν για να μπορεί να μπαίνει ένα τζ̌ιερίν. Μέσα στην ΄΄βασιλόπιττα’’, εβάλλαν τζι έναν σελίνιν ή διπλοσέλινον.

Την νύχταν της προηγούμενης της γιορτής εβάλλαν πάνω στο τραπέζιν οι νοικοτζ̌ιυρές την βασιλόπιττα, με έναν τζ̌ιερίν μέσ’ την μέσην. Εβάλλαν τζι έναν τσεστούϊν με σιτάριν. Είσ̌ιεν που εβάλλαν κόλλυφα αντί σιτάριν. Δίπλα εβάλλαν τζι έναν ποτήριν κρασίν. Δίπλα επίσης εβάλλαν εβάλλαν τζι έν τσεντίν όφκαιρον, ‘’για να το γεμώσει ο Άης Βασίλης’’, όπως ελαλούσαν. Τότες οι περίτου χωρκανοί μας εζούσαν μέσα στην φτώσ̌ιειαν. Ήτουν ας πούμεν ο προστάτης των φτωχών.

Τούτην την ημέραν του Αγίου Βασιλείου στο χωρκόν μας ετιμούσαμέν την πολλά. Ο Άγιος Βασίλειος που ήταν Επίσκοποπος στην Καισάρειαν της Καππαδοκίας, έκαμεν πολλά καλά. Ότι περιουσίαν είσ̌ιεν έδωκέν την για τους φτωχούς Έκτισεν γηροκομεία, πτωχοκομεία, νοσοκομεία τζ̌ιαι πολλά άλλα. Τούτον τον μιάλον Άγιον ετιμούσαμεν στο χωρκόν μας τζι εσ̌ιαιρούμαστην εις την γιορτήν του τζι όϊ τζ̌ιείνον το στολίδιν το ξενόφερτον το φουσκωτόν το κοτσ̌ινοφορεμένον.

Ανήμερα τ’ Αή Βασιλειού, μετά που εβκαίνναν που την εκκλησιάν, οι γεναίτζιες ετοιμάζαν τον καουρμάν, για με ρίφιν, για με αρνίν. Κάποτε εκάμναν όρνιθαν με τα μακαρούννια του χωρκού στο σ̌ιέριν. Το μεσομέριν στο τραπέζιν εκόφκαν τζ̌ιαι την βασιλόπιτταν. Το πρώτον κομμάτιν που εκόφκαν, ελαλούσαν ‘’τούτον ένι του Χριστού’’, ύστερα του νοικοτζ̌ιύρη, τζί ύστερα τους άλλους. Τζ̌ιείνος που έβρισκεν το σελίνιν ή το διπλοσέλινον, ήταν ο κερδισμένος. Ήταν απλοί οι ανθρώποι του χωρκού μας τζι έτσι απλά ήταν τζιαι τα έθιμά τους, όμως είχαν χαράν τες γιορτές τούτες.

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

Θκυολλοήτικη χαρά

(Β. Χαραλάμπους)

Τι εγύρεφκεν ο Κριτωνής του Καλλίστρατου παραμονήν Πρωτοχρονιάς με τον Στασήν της Καλλιοπούς στην Χώραν; Τόσες προκοπάες ο Κριτωνής τζιαι μάλιστα τωρά που μάχουνται να τον χαρτώσουσιν; Ίντα ίσιωσεν τζιαι πάει με τον Στασήν στην Χώραν; Αφού ξέρει ίντα τόπους πάει στην Χώραν ο Στασής τζιαι τρώει τα ριάλλια του; Ούλλοι ξέρουν πως τρώει στο χαρτοπαίξιμον έναν σωρόν ριάλλια.

Φέτος πού’ρτεν τζιαι καλοχρονιά, ήτουν ευκαιρία να φυλάξει λλία ριάλλια ο Κριτωνής. Όσες δασκαλιτζιές τζιαι να του έκαμεν η μάνα του η Πολυμνού, ο Κριτωνής το βκιολίν του. Η απάντησή του ήταν ‘’μα εγιώ μανά θα σου φέρω κάμποσα γλυτζιστικά να δώκεις τζιαι των αρφάων μου τζιαι των γειτόνων.

Μα ο Στασής της Καλλιοπούς έσιει τέχνη μιάλην να πείθει τους άλλους τζι έτσι έπεισεν τζιαι τον φτωχόν τον Κριτωνήν, πως έν να πολλύνει τα ριάλλια του τζιαι να δώκει τζιαι στες αρφάες του.

‘’Γιέ μου΄’’ ελάλεν του η μάνα του, ‘’έτσι μέραν αύριον τ’ Αή Βασιλειού, έν να ισιώσεις να πάεις Χώραν τζιαι να γυρίζεις πόψε ούλλη νύχτα’’; ‘’Μια μέρα ένι μανά’’, ελάλεν ο Κριτωνής, ‘’μια μέρα ενι’’.

Τζι έτσι επήεν εις την Χώραν ο Κριτωνής με τον Στασήν της Καλλιοπούς. Πρωτοχρονιάν ημέραν κατά που βκήκασιν που την εκκλησιάν η μάνα του η Πολυμνού, επήεν ολόϊσια έσσω να μαειρέψει, μα με την έννοιαν του Κριτωνή. ‘’Έν να γινεί μεσομέριν τζι ο Κριτωνής κόμα να φανεί…κόμα έν εις την Χώραν έτσι μέραν’’, εμονολόαν κάθε λλίον η μάνα του η Πολυμνού.

Άμαν τζι εσυναχτήκασιν ούλλοι τζι οι αρφάες του τζι οι γαμπρούες του με τα κοπελλούθκια τους τζι εκάτσαν γυρόν του τραπεζιού να φάσιν, εχώνεψεν το τζι η Πολυμνού πως θα κάμουν Πρωτοχρονιάν με δίχα τον Κριτωνήν.

Βάλλει τζι ο τζιύρης του ο Καλλίστρατος κράσιν που το κολότζιν να πιεί με τους γαμπρούες του. Έν έφτασεν να γεμώσει κρασίν τα ποτήρκα ε, τζιαι την Πολυμνούν π’ άπλωσεν το ποτήριν της να της βάλει κρασίν ο Καλλίστρατος. ‘’Βάλ’μου’’, λαλεί του, να κάμω εις υγείαν τζιαι χρόνια πολλά τζιαι για τον Κριτωνήν μου που λείπει έτσι μέραν’’.

Η σιωπή που επιντώθηκεν έν τζι επήεν μακρά, γιατί ο μιτσής της κόρης τους της Λενούς ο Αντρικκής, άρκεψεν να φωνάζει, ‘’ο θκειός μου ο Κριτωνής’’…‘’ο θκειός μου ο Κριτωνής’’. Τζιαι κατά που φάνηκεν ο Κριτωνής στον ηλικόν οι μιτσιοί εδώκαν πάνω του, ‘’την πουλουστρίναν θκειέ Κριτωνή’’. Μα ο Κριτωνής ριάλλια που; Τζιειν το συννέφκιασμαν στο πρόσωπόν του εξήγαν τα ούλλα τζιαι τι εγίνηκεν εψές.

‘’Έλα γιε μου κάτσε να φάμεν’’, λαλεί του ο τζιύρης του ο Καλλίστρατος, σαν να τζι έν εγίνην τίποτε. Έν επρόλαβεν ο τζιύρης του να του βάλει κρασίν στο ποτήριν τζι έλαψεν που χαράν το πρόσωπον του Κριτωνή τζι ισιώννει δίχαν να πει τίποτε στην κρεββατοκάμαρήν του, αφήννοντας τους ούλλους απορημένους. Τζιαι τότες έρκεται ολόγελος με τες χούφτες γεμάτες μπακκίρες τζι εθκιαμοίρασέν τες στα αρφοτέγνια του.

Όμως η μιάλη απορία που ούλλοι είχασιν, απάντησην έν είσιεν. Το τι εγίνην έμαθέν το ύστερις που τζιαιρόν η μάνα του η Πολυμνού, γιατί τζιείνην την ημέραν της Πρωτοχρονιάς εχάρηκεν ο Κριτωνής τόσον πολλά. Τότες έμαθεν για την θκυολλοήτικήν του την χαράν, την μιάν π’ αθθυμήθηκεν τες μπακκίρες που ξήασεν χωσμένες σε έναν κουτίν στην κρεββατοκάμαρήν του για να δώκει στ’ αρφοτέγνια του τζιαι την άλλην την χαράν που σκέφτηκεν πως που τα τωρά γυρίζει σελίδαν τζι έκαμεν την σκέψην, ‘’ότι εγίνην εγίνην, εγιώ ξανά έτσι τόπους έν θα ξαναπάω’’. Εν λλίον πράμαν τούτον;

ΠΟΙΗΣΗ

Τη Βηθλεέμ εμιμήσατο

(Β. Χαραλάμπους)

Στρατίζοντας την παντοχή

στα ερημικά Κατουνάκια

ανεβαίνω τ’ απόκρημνο ανηφόρι

από ένα μικρό μονοπάτι.

Τις στιγμές αντιπαλεύοντας

πού’ναι μαθεμένες να θρυμματίζονται

στου κόσμου ετούτου τα τόσα μάταια

αρχίνισε δισταχτικά να προβάλλει παρεμπρός

τ’ απόκρημνο ησυχαστήριο της του Χριστού Γεννήσεως.

Ασκητές μυστηρίων κοινωνοί

αγραυλούντες άλλω τρόπω

για τον ασπόρως σαρκούμενον Άνακτα

και στο σιγαλό εκείνο Κατούνι

στην αγρυπνία των Χριστουγέννων

ύμνοι αντιλαλούν ουράνιοι

για το μέγα και παράδοξο θαύμα.

Τη φεγγοβόλο βραδιά εκείνη

ο μικρός της Καλύβης ναΐσκος

τη Βηθλεέμ εμιμήσατο.

Τα Χριστούγεννα στο χωριό μου τα παλιά τα χρόνια (Βασίλης Χαραλάμπους)

Στο σκλαβωμένο σήμερα χωριό μου, δεν είχαμε ιδιαίτερα παραδοσιακά έθιμα ανήμερα των Χριστουγέννων. Ούτε και ιδιαίτερο στολισμό είχαμε, εκτός από την απαιτούμενη καθαριότητα η οποία προηγείτο της μεγάλης αυτής γιορτής. Εκείνη τη μέρα τα παλιά χρόνια το μόνο που έκαναν οι κάτοικοι του χωριού μου, ήταν να πηγαίνουν αχάραδα στην εκκλησία για τη Θεία Λειτουργία της Γέννησης του Χριστού. Οπωσδήποτε θα συμμετείχαν σχεδόν όλοι στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Η Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία στο χωριό μου, ήταν σαν μια μικρή αγρυπνία. Όσον αφορά το υπόλοιπο της μέρας, μετά τη Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία, δεν είχε κάτι διαφορετικό. Ούτε και πολύ διαφορετικό φαγητό υπήρχε από τις Κυριακές πριν τη νηστεία των Χριστουγέννων, αλλά ούτε και ιδιαίτερα εδέσματα για τους περισσότερους συγχωριανούς μου.

Είχαν όμως μια διαφορετική χαρά αρκετοί από αυτούς. Θα φανώ υπερβολικός αν πω ότι δεν υπήρχε κάποιο εξωτερικό ερέθισμα που να τους έδιδε ξεχωριστή χαρά τη μέρα αυτή. Γι’ αυτούς η μέρα εκείνη ήταν Χριστούγεννα. Αυτό ήταν το σημαντικό γι’ αυτούς. Αυτό ήταν το ξεχωριστό γι’ αυτούς. Αυτή ήταν η μεγάλη χαρά για τους απλούς ανθρώπους χωριού μου. Ήταν Χριστούγεννα. Αυτή ήταν η πηγή της χαράς, για τους απλούς αυτούς ανθρώπους. Η Γέννηση του Χριστού ήταν η πηγή της χαράς γι’ αυτούς. Είναι υπερβολή; Αυτό κράτησα από το σκλαβωμένο σήμερα χωριό μου, για τη μέρα εκείνη των Χριστουγέννων.

Θα καταγράψω αυτό που μικρό παιδί είδα με μάτια μου κάποια Χριστούγεννα στο χωριό μου. Κάποιος που πιθανόν να έβλαψε κάποιον άλλο συγχωριανό μου και δεν αντάλλασαν ούτε καλημέρα μεταξύ τους, τον επισκέφθηκε στο σπίτι του λίγο πριν το μεσημέρι ανήμερα των Χριστουγέννων λέγοντας του ‘’ήλθα να κάμουμεν χρόνους πολλούς, έν Χριστούγεννα σήμερα’’. Θα κρατήσω αντί άλλης επεξήγησης το ‘’έν Χριστούγεννα σήμερα’’.

«Τις γιορτές για να τις ζήσουμε πρέπει να έχουμε στο νου μας στις Άγιες Ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε τις Άγιες Ημέρες. Να σκεφτόμαστε τα γεγονότα της κάθε Άγιας Ημέρας και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι να γιορτάζουμε με ευλάβεια κάθε γιορτή»*, έλεγε ο Όσιος Παΐσιος.

Διαβάζοντας αυτά που είπε ο Όσιος Παΐσιος, θυμήθηκα ότι στο σκλαβωμένο σήμερα χωριό μου, οι απλοί εκείνοι άνθρωποι του χωριού μου, με αυτή την αγία απλότητα γιόρταζαν τα Χριστούγεννα και πήρα το θάρρος να σημειώσω τούτα τα λίγα, για το πώς γιόρταζαν οι απλοί άνθρωποι του χωριού μου, τη μέρα εκείνη των Χριστουγέννων.

«Ο Χριστός με τη μεγάλη του αγάπη και με τη μεγάλη του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις Άγιες Γιορτές του, μας ανασταίνει αληθινά αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά. Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά»*, έλεγε ο Όσιος Παΐσιος. Με αυτή την αγία απλότητα γιόρταζαν τα Χριστούγεννα, αρκετοί κάτοικοι του σκλαβωμένου σήμερα χωριού μου.

*Οσίου Γέροντος Παϊσίου ‘’Περί προσευχής, Λόγος στ΄’’

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

Ο ζητιάνος

(Β. Χαραλάμπους)

Χριστούγεννα σήμερα, κι ένας ζητιάνος στριμώχθηκε πλάϊ στον τοίχο της εκκλησίας του χωριού. ‘’Εδώ είναι ζεστά’’, σκέφθηκε κι ‘’η εκκλησία μικρή’’. Τόσο καιρό στεκόταν έξω από την εκκλησία, σήμερα όμως μπήκε μέσα.

Σαν μικρό παιδί στριφογύριζε το κεφάλι του, κοιτώντας τις αρχαίες εκείνες τοιχογραφίες. Με τα λίγα γράμματα πού’μαθε, άρχισε να ψελλίζει τα ονόματα των Αγίων.

– Άγ…γι…ος Αν…τώ…νιος.

Ο διπλανός, του ένας καλοντυμένος μεσήλικας, τον σκουντά να σωπάσει. Γύρισε ο ζητιάνος τον είδε περίεργα κι ύστερα σταύρωσε τα χέρια του σαν μικρό παιδί που το μάλλωσε η μάνα του. Έμεινε για λίγο να κοιτάζει τον παπά πού’λεγε τα ‘’Ειρηνικά’’ κι ύστερα γύρναγε γύρω – γύρω, ώσπου η ματιά του καρφώθηκε στο θόλο, που ήταν ζωγραφισμένος ο Παντοκράτορας Χριστός. Δυό κυρίες κοιτάχτηκαν μ’ εκείνο το κατηγοριάρικο ύφος.

-Πάντων ημών…, είπε ο παπα-Νικόλας με τη βροντερή φωνή του.

Γυρίζουν τ’ Άγια και δυό γιαγιάδες αγγίζουν του παπά τ’ άμφια για ευλογία, συνήθεια και τούτη παλαιά. Νάτος κι ο ζητιάνος πετάγεται βιαστικά από το δικό του το στασίδι, να πάρει κι αυτός από τον παπά ευλογία. Κάθε τόσο τρίβει τα χέρια του από χαρά κάνοντας τον σταυρό του και κοιτάζοντας αψηλά στον τρούλο τον Παντοκράτορα.

Το ‘’Πάτερ ημών’’ το’ξερε απ΄έξω, το μόνο πούμαθε από μικρό παιδί. Τό΄λεγε φωναχτά τώρα. Εξάλλου το είπε κι ο παπά –Νικόλας για να το πουν όλοι μαζί κι έτσι δεν μπορεί να πει τίποτα κιόλας ο καλοντυμένος κύριος που κάθεται δίπλα του. Ο ζητιάνος κοινώνησε τελευταίος κι όταν κατόπιν ο παπάς έδινε το αντίδωρο έμεινε μ’ ανοιχτές τις χούφτες.

-Ακόμα ένα παπά μου.

Το είπε τόσο ικετευτικά και ο παπά –Νικόλας του γέμισε τις χούφτες αντίδωρα.

-Αθανάση. του είπε ο παπάς, το μεσημέρι να’ρθείς σπίτι μας. Δεν κάνει Χριστούγεννα μέρα να μείνεις μόνος. Η παπαδιά θα’χει γαλοπούλα σήμερα.

Ήταν να τον χαίρεσαι στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι με τη μεγάλη πετσέτα στο λαιμό. Θαρρείς τούτη η γιορτινή μέρα των Χριστουγέννων, πως είναι για τα κάθε λογής παιδιά και τους ζητιάνους.

Το ζύμωμαν πριν τα Χριστούγεννα (Βασίλης Χαραλάμπους)

Που μέρες πριν τες γιορτές του Δωδεκαημέρου επυρώνναν τους φούρνους τους μιάλους να ψήσουν ψουμιά τζ̌ιαι ποξαμάθκια. Μαζί με τα ποξαμάθκια εκάμναν τζ̌ιαι την ‘’πίτταν των Γεννών’’, όπως την ελαλούσαν για τα Χριστούγεννα.

Η ‘’πίτταν των Γεννών’’ ήταν έναν μιάλον σησαμένον ποξαμάτιν πασ̌ιύν. Με το μασιαίριν εκάμνασιν διακόσμησην με τρυπούες τζι έναν μιάλον σταυρόν. Η βασιλόπιττα ήταν έναν μιάλον σησαμένον ψουμίν. Εκουλλουρκάζαν ζυμάριν τζι εκάμναν έναν μιάλον σταυρόν. Στη μέσην εκάμναν τζι έναν μιτσήν λουκκούιν για να μπαίνει τζ̌ιερίν, γιατί την παραμονήν της Πρωτοχρονιάς εβάλλαν την βασιλόπιττα πάνω στο τραπέζιν με ένα τζ̌ιερίν στην μέσην.

Μαζί με τα ψουμιά τζ̌ιαι τα ποξαμάθκια εκάμναν τζ̌ιαι μιτσιά κουλλουρούθκια.

Επίσης εκάμναν τσεντούες ζυμαρένες τζι εψήνναν τες με τα ψουμιά τζι κρεμμάζαν τες στους τοίχους του ηλιακού για στολίδιν. Εψήνναν τζ̌ιαι μιτσιά βαρταχούθκια που ζυμάριν τζ̌ι για διακόσμησην του ηλιακού τζ̌ιαι για να παίζουν οι μιτσιοί.

*Στο χωρκόν μας όταν ήταν κακοχρονιά τζι έν εγιωρκούσεν η γη σιτάριν, αλέθαν κριθθάριν τζι εκάμνασιν ψουμίν κριθθαρένον.

Σταθμός Φαρσάλων (Βασίλης Χαραλάμπους)

Στο πεζούλι του σιδηροδρομικού σταθμού στα Φάρσαλα, ανέμελα κάθεται η Διαμάντω, η μικρή κόρη του σταθμάρχη, μαδώντας τ’ αγριόχορτα πλάϊ στο σταθμό που βλάστησαν καταμεσής στις πέτρες. Ο κοσμάκης βιαστικά πηγαινοέρχεται. Συνήθειο το’χουν οι αρχοντοκυράδες του χωριού στην πόλη να πηγαίνουν κι ολοένα να ψωνίζουν. Καθώς λένε καταλαβαίνουν καλύτερα Χριστούγεννα. Τ’ αποκάρπι όμως σε λίγες μέρες θα διαλαλεί πως η εμορφάδα της χαράς στους παραδίπλα έχει μοιράδι.

Ένας πλανόδιος μικροπωλητής ο Μιχάλης, διαλαλεί τις πραμάτειες του. Η κυρία παραδίπλα που σίγουρα φαντάζει αριστοκράτισσα αγόρασε ένα ολάκαιρο σακκούλι ζαχαρωτά και σοκολάτες λογιώ - λογιώ. Η Διαμάντω κοιτούσε περίεργα ή μάλλον λυπημένα. Η μικρότερη κόρη κοντοστάθηκε για λίγο κοιτώντας τη Διαμάντω κι η μεγαλύτερη την έσπρωξε να συνεχίσει. Η μικρή τανάπαλιν κοντοστάθηκε κι άπλωσε το χεράκι της με το σακούλι τις καραμέλες. Δεν πρόλαβε όμως. Η αριστοκράτισσα κυρά ‘’με τη μεγάλη υπόληψη’’ της τράβηξε απότομα το χέρι.

- Αυτή έχει περισσότερα από σένα να φάει, είπε κάπως θυμωμένα.

Κι΄ έμειναν τα δυό κοριτσάκια να κοιτάζει το ένα το άλλο. Κάτι πήγε να πεί η μικρή και την τράβηξε πάλιν η μητέρα της για να φύγουν. Άρχισε να χτυπάει το καμπανάκι κι΄ ο σταθμάρχης να φωνάζει μ’ όλη τη δύναμη της φωνής του πως πρέπει στο τραίνο να μπούνε. Η Διαμάντω κοιτούσε αποσβολωμένη κι η κόρη της κυρίας ‘’με τη μεγάλη υπόληψη’’ , γυρνούσε κάθε τόσο λυπημένη κι αποχαιρετούσε κουνώντας το χεράκι της το μικρό τούτο φτωχό κορίτσι.

Το τραίνο σιγοκύλισε στις γραμμές. Η Διαμάντω παρατηρούσε επίμονα το τραίνο πούφευγε. Να όμως κι η φίλη της το μικρό εκείνο κορίτσι, που προσπαθούσε να φτάσει το παράθυρο. Κάτι προσπαθούσε επίμονα να κάνει, ώσπου τα καταφέρνει και πετά το σακούλι με τις σοκολάτες και τα ζαχαρωτά. Τι να γίνει όμως που τ’ αγέρι έριξε στις γραμμές το σακούλι με τις σοκολάτες και τα ζαχαρωτά κι έμειναν μονάχα να κουνούν τα χεράκια τους ετούτες οι άγνωστες μικρές φιλενάδες . Όμως όσο μακριά κι αν πέταξε ο αγέρας το σακουλάκι με τις σοκολάτες και τα ζαχαρωτά, τόσο πιο κοντά έφερε τ’ αθώα τούτα κοριτσάκια.

Το τραίνο χάθηκε ανάμεσα στα δένδρα, κι ακούγεται μονάχα από μακριά η βοή του. Σε λίγο ούτε κι αυτή θ’ ακούγεται. Κι όμως εκείνο το τσακισμένο σακούλι με τα ζαχαρωτά και τις σοκολάτες δεν μπόρεσαν να σβήσουν τα δυό τούτα παδικά χαμογέλια.. Ίσως να λύθηκε και λίγο η απορία πού’χε στο σχολειό όταν η δάσκάλα είπε ή μάλλον πρόσταξε τα παιδιά λούλουδα να πάρουν για της μάνας τη γιορτή κι η Διαμάντω αναρωτήθηκε περίεργα αν μονάχα στη δική της να πάρει.

- Όχι παιδί μου, μονάχα στη δική σου μάνα, κι άφησε παραξενεμένη ένα χαμογέλιο.

Η γιαγιά με τα μισοσπασμένα γυαλιά και την τρύπια ποδιά, τις παλιές θύμισες, χαΐδευε τα σγουρά μαλλιά της Διαμάντως, και της έλεγε διάφορα, πολλές φορές ίσαμε ν’ αποκοιμηθεί. Εύκολα θυμούμαστε τα παλιά. Ίσως μια διέξοδος. Άλλοι το λεν δεν μπορείς να ζήσεις το παρόν. Όχι η γιαγιά κάτι άλλο ήθελε να πει. Δεν είναι κλαψιάρικες θύμισες από τις παλιές καλές μέρες.

- Δίκιο είχαν οι παππούδες μας που στα παλιά τα χρόνια, γιόρταζαν τη μέρα της Υπαπαντής τη μάνα. Αυτής της μεγάλης μάνας της Παναγιάς μας. Της μεγάλης μάνας ολονών μας. Συνάμα κι η πρεπούμενη τιμή στις άλλες του κόσμου μανάδες που παράδειγμα θαρρώ πρέπει να’χουν ετούτη τη μεγάλη μάνα.

Στο σταθμό του τραίνου, η Διαμάντω συνέχισε να παίζει αμήχανα με τις πέτρες και τα χορταράκια. Το τσαφ-τσουφ του τραίνου συνεχίζει. Ο ουρανός είναι γκρίζος το είπε κι ο παπππούς…

- Ίσως αύριο χιονίσει, αν σταματήσει ο αγέρας. Φυσάει τόσο πολύ ο αγέρας. Αύριο όμως θα κοπάσει. Παρέκει ο πωλητής , με τη μικρή άσπρη ποδίτσα , συνέχισε να πηγαινοέρχεται διαλαλώντας τις πραμάτειες του. Ούτε που τον νοιάζει αν έφυγε το τραίνο. Με το ίδιο πάθος, με την ίδια δύναμη συνέχισε να φωνάζει.

- Μιχάλη, πάψε παιδί μου, το τραίνο έφυγε, τον συμβούλεψε ο σταθμάρχης, θα βραχνιάσεις.

- Άφησε με κύρ Κώστα, δεν ξέρεις εσύ από εμπόριο. Εξάλλου ζεσταίνομαι κιόλας.

Ο Μιχάλης είναι ένας καλοσυνάτος πωλητής, π΄ όλη τη μέρα στημένος στο σταθμό αργοπουλάει τις πραμάτειες του. Κοντεύει πενήντα χρονών, πάντρεψε όλες τις αδερφάδες του τις οικονομίες του και τώρα έμεινε ολομόναχος. Ούτε που γυρνούν να τον κοιτάξουν τώρα. Έρχεται μονάχα η μικρότερη αδελφή του και του φέρνει φαγητό τις μεγαλογιορτές και τις Κυριακές. Οι προκομμένοι οι γαμπροί που να τις αφήσουν να καλέσουν και το Μιχάλη στο σπίτι τους. Αυτός τις πάντρεψε. Γι΄αυτές τώρα έμεινε μονάχος. Γι΄ αυτές τώρα σωπαίνει. Τον κοροϊδεύουν και τα πιτσιρίκια της γειτονιάς. Στο καφενεδάκι του χωριού σιγοψυθιρίζουν σαν πλησιάσει. Μονάχος ο Μιχάλης, ολομόναχος. Τα βράδια περνάει από τον παπα-Νέστωρα. Καλός άνθρωπος ο παπα-Νέστωρας, κονεύει ογδόντα χρονών κι είναι ο μαναδικός του φίλος.

- Πάρτε σοκλάτες, καραμέλλες, γλυφιντζούρια.

Το τραίνο έφτασε. Γέμισε μ’ επιβάτες και πραμάτειες. Σταμάτησε κι ο αγέρας. Με τέτοιο καιρό σίγουρα θα χιονίσει. Το σακούλι με τις σοκολάτες και τα ζαχαρωτά είναι στις γραμμές του τραίνου.

Μεθαύριο είναι Χριστούγεννα. Άραγε θα καταλάβει καλύτερα Χριστούγεννα, ετούτη η αριστοκράτισσα κυρά, ‘’με τη μεγάλη υπόληψη’’ και τα παραπανήσια ψώνια στη μεγαλούπολη;

Θα χιονίσει σίγουρα το είπε κι ο γέρο - Δημητρός. Και τότε …όλα θα’ναι κάτασπρα. Ούτε το σακούλι με τις σοκολάτες και τα ζαχαρωτά θα φαίνεται…και θα ζεσταίνεται κι ο Μιχάλης με τις αγριοφωνάρες του.

Η τοιχογραφία της Γέννησης του Χριστού στον Ιερό Ναό της Παναγίας του Μουτουλλά (13ου αιώνα) (Βασίλης Χαραλάμπους)

Το βάθος του σπηλαίου της Γέννησης του Χριστού είναι βαθυκύανο. Ενθυμίζει το βαθυκύανο βάθος στις τοιχογραφίες του Θεοφάνη του Κρητός της Μονής Σταυρονικήτα του Αγίου Όρους. Στο σπήλαιο πίσω από τη Θεοτόκο, υπάρχει ριγμένο ερυθρό ρούχο από εσωτερικό της οροφής του σπηλαίου.

Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που έχει ζωγραφισθεί η είσοδος του σπηλαίου. Ιδιαιτέρως ελκύουν την προσοχή οι οξυγώνιες εξοχές του περιγράμματος της εισόδου του σπηλαίου της Γέννησης.

Το βάθος του σπηλαίου το οποίο παριστάνεται βαθυγάλανο, δεν φέρει οποιοδήποτε γράψιμο με σκούρο ή μαύρο χρώμα, το οποίο να καταγράφει το περίγραμμα της εισόδου.

Υπάρχουν μαύρα κατσίκια δεξιά και αριστερά του σπηλαίου σκορπισμένα σαν αγριοκάτσικα, καθότι είναι σκόρπια. Κάτω δεξιά είναι ο λουτήρ και πάνω Άγγελος.

Αριστερά του σπηλαίου εικονίζονται οι τρεις Μάγοι, κρατούντες τα δώρα σε κιβωτίδια, τον χρυσόν, τον λίβανον και την σμύρναν.

Κιοφτέδες νηστήσιμοι αλευρωμένοι (Βασίλης Χαραλάμπους)

Υλικά

3 πατάτες

μαϊτανόν

1 κρομμύδιν

θκυόσμιν

αλεύριν

άλας

μισόν ποτήριν λάδιν

Τρίφουμεν τες πατάτες πάνω στον τρίφτην. Ποσφίγγουμεν τες τριμμένες πατάτες να φύει το ζουμίν τους. Κόφκουμεν κρομμυδούιν τέλλεια ψιλόν.

Κόφκουμεν τζ̌ιαι μαϊτανόν τέλλεια ψιλόν. Βάλλουμεν τα σε μιάν κούππαν ούλλα μαζί, βάλλουμεν θκυόσμιν τζ̌ιαι άλας τζι ανακατώννουμέν τα καλά.

Πλάθουμεν τους κκιοφτέδες έναν - έναν τζ̌ιαι την ώρα που τους πλάθουμεν βάλλουμεν τζι αλεύριν πόξω.

Βάλλουμε μισόν ποτήριν λάδι τζι αφήννουμέν το να βράσει καλά τζ̌ιαι τηανίζουμέν τους.