ΕΡΓΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ – Ιούλιος

Η επίσκεψη ναρκομανούς φοιτητή στον Άγιο Παΐσιο

(Β. Χαραλάμπους)

Κοντά στο έτος 1980 στη Θεσσαλονίκη, ένας φίλος ενός συμφοιτητή  μου, φοιτητής και αυτός, είχε  μπλέξει με τα ναρκωτικά.  Αφού έφτασε σε πλήρη απόγνωση αποφάσισε να πάει στο Άγιο Όρος στον Όσιο Γέροντα Παΐσιο, για τον οποίο είχε ακούσει πολλά θαυμαστά. 

 

Όπως διηγόταν κατόπιν, ξεκίνησε μονάχος του και πήγε στο Άγιο Όρος  στο Κελίον Παναγούδα, όπου ασκήτευε ο Όσιος Παΐσιος.  Εκεί ήταν κι ένας ιερωμένος άγνωστος σ’ αυτόν, που περίμενε να δει τον Όσιο Γέροντα. 

 

Αφού περίμενε περί τις δύο ώρες  και πλέον, ο φοιτητής άρχισε να τρέμει από τη στέρηση των ναρκωτικών πάρα πολύ.  Ο ιερωμένος δεν μπορούσε να περιμένει και έφυγε.  Μόλις έφυγε ο ιερωμένος κατέβηκε ο Όσιος Παΐσιος και του άνοιξε.  Τον κτύπησε ελαφρά στον ώμο λέγοντάς του ‘’Ελα …’’, αναφέροντας το όνομά του.   Αμέσως με το κτύπημα στον ώμο σταμάτησε να τρέμει. 

 

Πήγαν κατόπιν στο κελί και μίλησαν αρκετά ή μάλλον του μίλησε αρκετά ο Άγιος Γέροντας.  Αυτό έγινε αφορμή για να φύγει από τη μάστιγα των ναρκωτικών ο φοιτητής αυτών και να αλλάξει ζωή.

ΠΟΙΗΣΗ

Περίεργα ακολουθώντας

(Β. Χαραλάμπους)

Κοπαδιαστά οι αχτίνες

του χειμωνιάτικου ήλιου

πεισματικά στριμώχθηκαν

από τα καμαρωτά τζάμια

μ’ ημερήσιο φως γεμίζοντας

το Καθολικό της Μονής Ιβήρων.

 

Στην ορθρινή ακολουθία

λευκογένειος γέρων στο ψαλτήρι

αργά να ψέλνει τον ιαμβικό κανόνα

με κατάνυξη περισσή

όση ώρα κι αν χρειαστεί

ακολουθώντας της καρδιάς του τη συρμή.

 

Η προσευχή τούτη των ταπεινών

π’ ασταμάτητα προσφέρεται

στον Κύριο της Δόξης.

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

Μαθητής …που το παραθύριν

(Βασίλη Χαραλάμπους)

–  Μα τι έσιεις Γιακουμή.

–  Τίποτε Σταυρούλλα, εν πού’μαι ποσταμένος.

–  Τζιαι θέλεις να το πιστέψω τούτον που μου λαλείς;

–  Έσιει θκυό μέρες που ποτίζω τα χωράφκια Σταυρούλλα.

–  Πως ποτίζεις Γιακουμή ξέρω το, αλλά τούτον που θωρώ, έν εν που την ποστασούραν.

–  Έσιεις όρεξη Σταυρούλλα.

–  Έν άλλες σκέψεις που σε βασανίζουν Γιακουμή.  Έν μου γελάς.

–  Έ,το θέλεις κουβέντα Σταυρούλλα..

–  Έσιει που τα προχτές που σου είπα για τον Μιχάλην μας…

–  Η κουβέντα ετέλλειωσεν  Σταυρούλλα.

–  Ο Μιχάλης θα μείνει στα χωράφκια τζιαι στο κοπάδιν είπαμεν.

–  Μα αφού θωρείς ότι ο Μιχάλης μας έν των γραμμάτων, γιατί έν τον αφήνεις να μείνει στο σκολείον τζι έβκαλές τον;  Αφού θωρείς είντα καμόν το’σιει γιατί έν τον αφήννεις στο σκολείον;

–  Πάλαι επιμένεις…

–  Εξάλλου είπεν το τζι ο δάσκαλος ο Λευτέρης.  Έν είδεν που είπεν, έπιασές μου τον καλλύττερον μαθητήν;  Για τα χωράφκια τζιαι τες αίγιες έσιεις τον γιόν μας τον Κωστήν.

Πάλαι επιμένεις.  Τούτη η συζήτηση εγίνηκεν πολλές φορές, μα τίποτε έν εγίνετουν.  Τζιαι να πει κανένας πως ο Γιακουμής ο Τρίμυθθος είσιεν κανέναν κοπάδιν μιάλον;    Πέντες αίγιες είσιεν τζι ελάλεν το κοπάδιν.  Το γινάτιν του Γιακουμή του Τρίμυθθου ήταν γνωστόν μέσ’ το χωρκόν.  

Τζιαι που αννοίξαν τα σκολεία ύστερις που καμιάν δεκαπενταρκάν ημέρες, ο Μιχάλης έν εσιουρκάζετουν.  Έπαιρνεν τες αίγιες κοντά στο σκολείον, εμάζεφκέν τους κάμποσα χόρτα τζι έδιννες τες στο δεντρόν  να φάσιν.  Έπιαννεν που την βουρκούν του φελλούς που εμάζεφκεν που τους ευκαλύπτους στ΄αλώνι τζιαι σιγά – σιγά να μέν τον δούσιν, επήαιεννεν πόξω που την τάξην τζι εποσσιέπαζεν κρυφά που το παραθύριν. 

Εμείνισκεν τζιαμαί καμιάν ώραν τζι επαρακολούθαν μάθημαν.  Τζιείνα που ενόμιζεν ότι έπρεπεν να τα γράψει, έγραφέν τα πάνω στους φελλούς των ευκαλύπτων.  Για μολύβιν έκοβκεν με το μασιαίριν κάρβουνον τζι έκαμνέν το όπως το μολύβιν.  Πριν να φύουν που την τάξην τα κοπελλούθκια, έφευκεν κρυφά να μέν τον δει κανένας.

Τούτη η κουβέντα επήεν μήνες, μα ο δάσκαλός του ο Λευτέρης, έν τζι  ετζιοιμάτουν.  Εθώρεν τον Μιχάλην σαν έκαμνεν μάθημαν τζι έν ελάλεν τίποτε.  Τζιαι μια θκυό φορές που είδεν τον Μιχάλην, το μόνον που ερώτησεν τον Μιχάλην ήταν αν έν καλά οι δουλειές του χωραφκιού.  Εσιαίρετουν τζι ο Μιχάλης πως έν τον επήρεν είδησην ο δάσκαλός του ο Λευτέρης.  Κάθε όμως κόπος, έσιει τον παμόν τζιαι το ποκάρπιν του.

Τζιαι μιάν ημέραν που συμπλάστηκεν ο δάσκαλος με τον Τρύμιθθον, το μόνον που τον αρώτησεν ήτουν ‘’αν επολλύναν οι φελλοί που φέρνει ο Μιχάλης’’.  Η Σταυρούλλα που έτυχεν να ήταν τζιαμαί επολοήθην τζι είπεν ‘’ναι έν προσάναμμαν για την φωθκιάν’’.  ‘’Προσάναμμαν ένι, αλλά όϊ για την φωθκιά’’, είπεν τους ο δάσκαλος.  ‘’Δηλαδή;’’ επρόλαβεν να ρωτήσει η Σταυρούλλα.  ‘’Προάναμμα ένι, αλλά για μάθησην’’.  Δαμαί ήτουν τζιαι το τέλος της κουβέντας τούτης, γιατί ο δάσκαλος εξήγησέν τους τα ούλλα.  Έθελεν έν έθελεν ο Γιακουμής εδέχτην.  Η Σταυρούλλα επέταν που την χαράν της.  

Την επάυριον επήεν τζι ο Μιχάλης στο σκολείον.  Το μόνον που είσιεν να κάμει ο δάσκαλος ήτουν να εξηγήσει τους μιτσιούς στην τάξην.  Ο Μιχάλης έκατσεν πρώτον θρανίον, μόνον που τούτην την στράταν…ήρτεν δίχα τους φελλούς.  Τούτη έν η ιστορία του Μιχάλη του Τρίμυθθου του δασκάλου.  Το μόνον κακόν που τού’μεινεν, ήταν που τον ελαλούσαν ‘’ο μαθητής …που το παραθύριν’’.

ΠΟΙΗΣΗ

Κι ανταύγαζε περίεργα

(Β. Χαραλάμπους)

Στην ακροθαλασσιά του Ρωσικού

πλησίον στον αρσανά

στων πλατανιών το ίσκιωμα

καθίσαμε σιωπηλοί να ξαποστάσουμε.

 

Και καθώς η παράκτια αύρα

μάζωχνε τα γλαροπούλια

στον αρσανά πούμοιαζε εγκαταλειμμένος

έτσι κι η παραπανήσια σιωπή

ανταύγαζε περίεργα

στο γαληνεμό της θάλασσας.