ΕΡΓΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ – Σεπτέμβριος

Τα σκολεία τα παλλιά χρόνια

(Β. Χαραλάμπους)

Τον παλιόν τζ̌ιαιρόν τα σκολεία του χωρκού μας ήταν το Αρρεναγωγείον και το Παρθεναγωγείον.  Τα βιβλία τζ̌ιαι τα τετράδια ήταν λλία, γι’ αυτό έπρεπεν να γράφουν πάνω σε πλάκες. 

 

Πολλά πιο παλιά οι χωρκανοί οι δασκάλοι είχαν τζ̌ιαι τα χωράφκια τους τζι επειδή οι μιτσιοί πιο παλιά ήταν λλίοι ο δάσκαλος εδίδασκεν κάποτε σαν έκαμνεν το χωράφιν.  Τούτο όμως εγίνετουν πολλά πιο παλιά.

Το κουδούνιν έπαιζεν κατά η ώρα εφτάμιση.  Το μεσημέριν οι μιτσ̌ιοί εσκολάνναν να πάν έσσω τους να φάσιν.  Φαΐν έν τζι εβάλλαν τον τζ̌ιαιρόν τζ̌ιείνον για να πάρουν στο σκολείον, μήτε είχασιν καντίνες τα σκολεία παλλιά.  Οι καντίνες ύστερα εγινήκαν.

 

Οι περίτου μιτσ̌ιοί παλλιά έν τζι είχασιν μαειρεμένον φαΐν έσσω τους γιατί οι γονιοί τους συνήθως ελείπαν στα χωράφκια.  Είσ̌ιεν έναν παιδονόμον που έπαιζεν την καμπάναν για νάρτουν οι μιτσ̌ιοί η ώρα ανάμιση στο σκολείον.

Παλλιά οι μιτσ̌ιοί στα σχολεία έν είχασιν τετράδια, αλλά εχρησιμοποιούσαν πλάκες. Εγράφαν πάνω στες πλάκες για να μεν καταλλιούνται οι κόλλες των τετραδίων.  Τες πλάκες τούτες εγοράζαν τες που την Χώραν.  Ήτουν κατασκευασμένες που έναν υλικόν σαν τον πηλόν που το εψήνναν σε φούρνον.     Ήταν μαύρες τζι έγραφες με κοντύλιν άσπρον.  Το κοντύλιν που εγράφασιν ήτουν έναν πράμαν όπως το μολύβιν που έξω ήταν μαύρον τζ̌ιαι που μέσα άσπρον τζι έγραφεν πάνω στην πλάκαν. 

 

Η πλάκα είσ̌ιεν γυρόν – γυρόν ξύλον τζι είσ̌ιεν μιαν τρυπούαν στην μιάν γωνιάν τζι έναν σ̌σ̌ιοινούιν τζι όταν επααίνναν έσσω τους εκρεμμάζαν την.  Έπρεπεν να προσέχεις να μεν την σπάσεις.   Τζ̌ιείνον που εγράφαν πάνω στην πλάκαν εδιόρθωννέν το ο δάσκαλός τζι έπρεπεν οι μιτσ̌ιοί να την πάρουν έσσω να την δείξουν του τζ̌ιυρού τους.

 

Εσβήνναν τζ̌ιείνα που εγράφασιν με έναν σφογγούιν μιτσήν λλίον βρεμένον.    Συνήθως πάνω σε πλάκες εγράφαν τζ̌ιείνα που ήταν να τα σβήσουν όπως ήταν το μάθημα της Αριθμητικής.

Η καμπάνα της εκκλησίας τον παλλιόν τζ̌ιαιρόν στο χωρκόν μας εφάκκαν θκυό  φορές την ημέραν, εκτός που τες γιορτές. Εφάκκαν η καμπάνα μιάν το πρωΐ που ήταν να πάσιν οι μιτσ̌ιοί σχολείον τζιαι μιάν το δείλης, γιατί παλλιά επααίνναν τζ̌ιαι το δείλις σκολείον.

 

Παλλιά τα σχολεία είχαν τζ̌ιαι πρωίν τζιαι δείλης σχολείον.  Οι μιτσ̌ιοί εσκολάνναν κατά η ώρα μια τζι έρκουνταν κατά η ώρα τρεις.  Επααίνναν να ξεκουραστούν λλίον τζ̌ιαι να φάσιν, αν τζ̌ιαι πολλοί ετρώαν πρόχειρα γιατί οι γονιοί τους εδουλεύκαν στα χωράφκια. 

Παλλιά έν τζι είσ̌ιεν τσέντες να βάλλουν τα τετράδια τζ̌ιαι τα βιβλία.  Εβάλλαν τα σε ππαλάσκαν ρούσ̌ιενην, που ρούχον χοντρόν χακκίν.  Το ράψιμόν της ήταν απλόν.  Εράφκαν  με σακκοράφαν τζι εράφκαν τζι έναν λουρίν μακρύν, για να την κρεμμάζουν πάνω στον νώμον. 

Οι ππαλάσκες ήταν χακκιές τα παλλιά χρόνια στην Ζώθκειαν.  Άλλους εράφκαν τους τες οι μανάες τους τζι άλλους οι ράφταινες.  Ήταν μια απλή ππαλάσκα – θήκη τζι εβάλλαν της έναν μακρύν σ̌ιέριν να την κρεμμάζουν στον νώμον.  Μετά εφέραν κάτι ππαλάσκες σκλερές όπως τζ̌ιείνες τες μιάλες που εβάλλαν τα ρούχα μέσα, αλλά πολλά πιο μιτσ̌ιές.  Τετράδια τον παλλιόν τζ̌ιαιρόν έν τζι είχασιν, αλλά  εγράφαν πάνω σε μιάν πλάκαν όπως ένας μιτσής πίνακας.

Ο Όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης για την αδιάλειπτη προσευχή

(Β. Χαραλάμπους)

Δάσκαλος της αδιάλειπτης νοεράς προσευχής υπήρξε ο Όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης.  Θυμάμαι όταν τον επισκέφθηκα ενόσω ζούσε το πρώτο που έκανε, ήταν να βγάλει το κομποσχοίνι και να μου το δείξει, κάνοντας την κίνηση του προσευχομένου με κομποσχοίνι.    Προέτρεπε να λέμε την ευχή, την ‘’ευχούλα’’, όπως την καλούσε.  

ΠΟΙΗΣΗ

Κι ανταύγαζε περίεργα

(Β. Χαραλάμπους)

Στην ακροθαλασσιά του Ρωσικού

πλησίον στον αρσανά

στων πλατανιών το ίσκιωμα

καθίσαμε σιωπηλοί να ξαποστάσουμε.

 

Και καθώς η παράκτια αύρα

μάζωχνε τα γλαροπούλια

στον αρσανά πούμοιαζε εγκαταλειμμένος

έτσι κι η παραπανήσια σιωπή

ανταύγαζε περίεργα στο γαληνεμό της θάλασσας.

 

Για τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά

(Β. Χαραλάμπους)

 Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς, γνωστός για τις πολλές αγρυπνίες στον Άγιο Ελισαίο, όπου έψαλλε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, είχε καθημερινό βίωμά του τη Θεία Λειτουργία.  Το αυτό παρατηρούμε και στον Άγιο Τύχωνα τον Γέροντα του Αγίου Παϊσίου.  Ο Άγιος Τύχων,  με την καθημερινή Θεία Λειτουργία, ζούσε θαυμαστά γεγονότα.

 

Η μαθήτρια του Αγίου Νικολάου του Πλανά, Μάρθα μοναχή, αναφέρει τα ακόλουθα : ‘’Όταν λειτουργούσε, τα πάντα ήθελε να συντελούν εις την μεγαλοπρέπειαν της Λειτουργίας.  Δεν ήθελε π.χ., κατά την είσοδο του Ευαγγελίου, να προηγήται μικρό κεράκι, επίσης ήθελε λαμπάδες και στην Αγία Πύλη.  Όταν έλεγε τη νύχτα τα «Τριαδικά», άναβε πολλά – πολλά κεριά εμπρός στην εικόνα του Χριστού.  Φορούσε το φελόνι του και έπαιρνε επίσημον στάσιν.  Τα έψαλλε με τέτοιαν κατάνυξι ώστε μια από τις πολλές φορές ενώ αυτός έψαλλε εις το τμήμα του Αγίου Ιωάννου, άκουσε να τα ψάλλουν και οι Άγγελοι τα «Τριαδικά», εις το τμήμα του Αγίου Βασιλείου!  Διέκοψε ο παππούς και πιάνει το χέρι της πνευματικής κόρης που τον βοηθούσε και της λέγει : «Ακούς; Ακούς, Μαριγούλα, τους Αγγέλους»; – «Δεν τους ακούω πάτερ μου».  Αμέσως μετενόησε που το είπε και μονολογούσε :  «Δεν έπρεπε να το ειπώ…»*. 

 

* Μάρθας μοναχής «Ο παπα-Νικόλας Πλανάς – ο απλοϊκός ποιμήν των απλών προβάτων», Εκδόσεις Αστήρ, Αθήναι 1984.

 

Της γιαγιάς το Συναξάρι για τον Άγιο Ιωάννη τον Καλυβίτη

(Β. Χαραλάμπους)

Θυμάμαι ακόμα τη γιαγιά Ελένη, την αδελφή του παππού μου, στο σκλαβωμένο από τους αλλόθρησκους εισβολείς χωριό μου της περιοχής Μόρφου, ξαπλωμένη στο κρεββάτι της υπομονής σ’ ένα δωματιάκι και να μας διηγείται μονάχα βίους Αγίων. Τίποτε άλλο δεν τη θυμάμαι να μας διηγείται. Εμείς τότε μικρά παιδιά γύρω από το κρεββατάκι της, ακούγαμε τις διηγήσεις της.

 

Απ’ όλες αυτές τις διηγήσεις της γιαγιάς, ιδιαίτερα θυμάμαι τη διήγηση του Βίου το Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη. Δεν ξέρω γιατί, η γιαγιά Ελένη τον καλούσε Χρυσοκαλυβίτη. Πιθανώς να τον καλούσε έτσι, γιατί στο φτωχό καλυβάκι που έφτιαξε στην αυλή του αρχοντικού των γονιών του, από την άσκηση, την αρετή και την όντως μαρτυρική καρτερία να μη φανερωθεί στους γονείς του, έγινε  παραδείσιο καλυβάκι. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι αυτό που εις ήχον δεύτερον ψάλλομε στο δοξαστικό της εορτής του Αγίου, ‘’τη καλύβη διαιτώμενος ως εν Παραδείσω μυστικώς’’.

 

Κάπως έτσι μας διηγήθηκε η γιαγιά Ελένη, το βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη: «Στα μέρη της Κωνσταντινούπολης, ήταν ένας άρχοντας που είχε ένα γιό που τον έλεγαν Ιωάννη. Οι γονείς του (Ευτρόπιος και Θεοδώρα), ήταν ευσεβείς άνθρωποι και έτσι του χάρισαν ένα Ευαγγέλιο. Εκείνο τον καιρό, τα Ευαγγέλια ήταν χειρόγραφα και έπρεπε να ήσουν πλούσιος να τα αγοράσεις. Τα εξώφυλλά τους τα στόλιζαν μάλιστα με πολύτιμα πετράδια. Για να διαβάσουν Ευαγγέλιο κάποιοι Χριστιανοί εκείνο τον καιρό, κρατούσαν σειρά στα Μοναστήρια που πήγαιναν. Για να διαβάσουν δηλαδή από μια σελίδα ο καθένας. Πέρασε λοιπόν από τα μέρη που ζούσε ο  Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης ένας μοναχός (από τη Μονή των Ακοιμήτων) πηγαίνοντας για τους Αγίους Τόπους. Ο  Άγιος Ιωάννης του ζήτησε να τον πάρει κρυφά από τους γονείς του μαζί του. Όταν επέστρεψε ο μοναχός από τους Αγίους Τόπους, τον πήρε μαζί του στο Μοναστήρι. Το μόνο που πήρε μαζί του ήταν εκείνο το Ευαγγέλιο που του χάρισαν οι γονείς του. Οι γονείς του τον έψαξαν παντού αλλά δεν τον βρήκαν. Ο Άγιος στο μοναστήρι ζούσε με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Ο πόλεμος όμως της αγάπης προς τους γονείς, τον οδηγεί να ζητήσει την ευλογία του Ηγουμένου και των αδελφών της Μονής να πάει να ακητεύσει στο πατρικό του σπίτι. Πήγε λοιπόν στο αρχονικό του πατέρα του. Όταν άνοιξε η πόρτα κανείς δεν τον κατάλαβε γιατί από τη άσκηση έγινε αγνώριστος στην όψη. Ζήτησε λοιπόν  την άδεια, αυτός που φαινόταν στην όψη περαστικός ζητιάνος, να φτιάξει ένα καλυβάκι στην αυλή. Για φαγητό ζήτησε κανένα ξεροκόμματο ψωμί. Όταν πέρασαν τα χρόνια και ο Άγιος πληροφορήθηκε από τον Κύριο ότι σε τρεις μέρες θα τον πάρει κοντά του, κάλεσε τους γονείς του να τους μιλήσει. Ανήξεροι οι γονείς τι ήθελε να τους πει ο ζητιάνος αυτός, πήγαν στο καλυβάκι του. Ο Άγιος τους ευχαρίστησε για τη φιλοξενία και τους είπε ότι θέλει να τους χαρίσει κάτι. Και τότε ο Άγιος τους έδωσε το Ευαγγέλιο που του χάρισαν όταν ήταν μικρός. Οι γονείς του ταραγμένοι τον ρώτησαν που βρήκε το Ευαγγέλιο αυτό, γιατί ήταν εκείνο που χάρισαν στον γιό τους όταν ήταν μικρός. Ο Άγιος τότε τους είπε ότι ‘’εγώ είμαι ο γιός σας ο Ιωάννης’’ και ότι ο Κύριος θα τον πάρει κοντά του σε τρεις μέρες. Οι γονείς τους δεν ήξεραν τι να κάνουν, να χαρούν που βρήκαν το γιο τους ή να λυπηθούν που θα πέθαινε». Κάπως έτσι ήταν η διήγηση της γιαγιάς Ελένης που βρήκε μαρτυρικό τέλος στη διάρκεια της Τουρκικής εισβολής.

ΠΟΙΗΜΑ

Χρυσοκαλυβίτη γιατί να τον ειπεί

_____________

Με προσοχή φυλάγεται περίσσια

στη Μονή του Παντοκράτορα

τ’ Άη Γιάννη του Καλυβίτη το Ευαγγέλιο

σε παμπάλαιη

μικρογράμματη γραφή.

Θυμάμαι  ακόμα

τη γιαγιά εκείνη

στο σκλαβωμένο σήμερα χωριό μου

από του πόνου το κρεββάτι

ετούτη την βιοτή  να ιστορεί.

Κείνο που διαπορώ ακόμα

Χρυσοκαλυβίτη γιατί να τον ειπεί.

Ίσως και τούτο νάναι

αιτία κι αφορμή

που εις ήχον δεύτερον υμνούμεν

που “τη καλύβη” ετούτη “διαιτώμενος”

“ως εν Παραδείσω μυστικώς”.

 

*“καὶ τῇ καλύβῃ διαιτώμενος, ὡς ἐν Παραδείσῳ μυστικῶς” Από το δοξαστικό του β΄ ήχου του Εσπερινού της εορτής του Αγίου.

 

ΔΙΗΓΗΜΑ

«Καππαδόκης»

(Β. Χαραλάμπους)

Μονάχος τα δίχτυα φτιάχνει, άλλοτε σιγοτραγουδώντας ότι κουβάλησε ο πατέρας του από τη Καππαδοκία κι άλλοτε ψέλνοντας ν’ ακούει «μονάχα ο Θεός κι οι γλάροι» καθώς συνηθά να λέγει, βιγλίζοντας αντάμα με το φάρο τούτο τ’ ακρόγιαλο. Κι αν τον ρωτούσαν καμιά φορά πως περνά στο φάρο στ’ ακρωτήρι, κουνούσε το κεφάλι του κι έλεγε με τόση φυσικότητα «Εγώ κι ο Θεός μόνο». Στο φάρο είν’ αλλιώς τα πράγματα.  Το φαγητό λιγοστό, ψάρια, τυρί, κρασί και βρόχινο νερό από τη στέρνα.  Κι έμενε μονάχος στο φάρο, στ’ ακρωτήρι Λιθάρι της Σκύρου τα Λιναριά, το στεριανό τούτο βιγλάτορα, μ’ ατέλειωτο συντρόφεμα τον Άη Νικόλα στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς.

 

Από μια παλιά κολοκύθα είχε φτιάξει κάτι σαν ούτι μικρό, τον πόνο ν’ αναθυμάται που ο γέρο-Λούκας, ο πατέρας του κουβάλησε από την αγαπημένη του Σινασό της Καππαδοκίας, τη Σινασό που δεν λέμε ν’ απολησμονήσουμε.  Κι αρχινούσε το τραγούδημα να συντροφεύει το φλοίσβο του πελάγους.

                       «…το πάνω βήμα πάρτηκεν

                           το κάτω αποκοιμάται

                           το μεσακό εστράγγισεν,

                            παιδιάμ’ πάρτην η πόλη…»

 

Στην καθημερινή ετούτη θαλασσογραφία τρεμοπαίζει κι η μονοτονία με το πελαγίσιο ολογάλανο.  Σύναυγα οι ίδιες στιγμές που ταιριάζουν στον καθημερινό μονόλογο, στιγμές που μικραίνουν κάθε που σιμώνουν στο βράχο βαπόρια κι ανεμότρατες.  Κάθε απόβραδο ολομόναχος κι έχει μάθει να ξεμακραίνει από τούτα τ’ ακροβράχια με θύμισες διάφορες, που συνηθάνε κάθε νυχτιά να στριμώχνονται ομορφαίνοντας τις στιγμές της βαρυγκομιάς.

 

Με τέτοια μαυροσύννεφα τούτο τ’ αποδείλινο θα’χει μεγάλη τραμουντάνα.  Βοριάδες αναφυσούν από νωρίς. Έμεινε για λίγο στη ξύλινη γλύστρα, πλάϊ στη βάρκα του φάρου, κοιτάζοντας το πέλαγος και μονολογώντας πως «όπου νάναι έρχεται μπουρίνι». Έτσι είναι όταν πιάσουν οι βοριάδες στο Αιγαίο αρχινούν κι οι έγνοιες.  Κρυβήκανε οι κορμοράνοι κι οι σταχτοτσικνιάδες.  Ούτε ένας ξεχασμένος αιγαιόγλαρος δεν έμεινε για συντρόφεμα.  Τα μαυροσύννεφα δεν άργησαν να κουβαλήσουν τ’ ανεμόβροχο.  Στραπές, βροντές, το πέλαγος τρικυμίζει και στου ορίζοντα τα βάθια κουβαλά μια ψαρόβαρκα που πασκίζει ν’ αντιπαλέψει τ’ αγριόκυμα.  «Παναγία μου», είπε ο Ευστράτης, «Παναγία μου», «Άγιε Νικόλα βοήθα με».  Με τέτοια καταιγίδα βγαίνει από το φάρο και μ’ ένα κίτρινο πανί τ΄ ανεμίζει στον αγέρα να το δει ο ψαράς.

 

Σε τόσο λίγο χρόνο η βάρκα πλησίασε τα βράχια. Όμως ένα μεγάλο κύμα αναποδογύρισε τη ψαρόβαρκα κι ο ψαράς βρέθηκε στη θάλασσα φωνάζοντας βοήθεια.  Στην τόση δίνη και βιασύνη που κουβαλούν τούτες οι στιγμές, έπεσε ο Ευστράτης στη θάλασσα.  Αποκοτιά μεγάλη κι ευτυχώς που βρέθηκαν κάτι παλιά δίκτυα μπλεγμένα στα βράχια και πιάστηκε ανέβαίνοντας ξανά στα βράχια. Μια τ’ ακροβράχια, μια τα δίχτυα τα κατάφερε να μείνει εκεί όπου τα βράχια ήταν σαν γούρνα σκαλιστή.  Γιατί ετούτος ο δισταγμός;  Γιατί ο τολμηρός Ευστράτης να διστάσει;  Εδώ δεν φοβήθηκε τις προάλλες να βουτήξει για λίγα χταπόδια και τώρα που είναι να σώσει έναν άγνωστο ψαρά…κάποιον άλλο… που δεν είναι άλλος… Η αλήθεια ήταν πως αν δεν έκανε τούτη τη δεύτερη σκέψη δύσκολα θα γλύτωνε.  Ούτε τον ψαρά θα γλύτωνε κι ίσως να πνιγόταν κι αυτός.  Στη μοναξιά είχε μάθει για της βιασύνης τ’ άσοφον.  Αφού είδε πως σε τούτο το γουρνόβραχο λιγόστεψε ο κίνδυνος, αρχίνισε τα δίχτυα να μαζεύει.  Ο άγνωστος ψαράς συνέχισε να φωνάζει.

     – Βοήθεια χριστιανέ μου πνίγομαι.

     – Κρατήσου λίγο ακόμη.

 

Μάζεψε λοιπόν γρήγορα τα δίχτυα, τα τύλιξε σαν καραβόσκοινο και τά’ριξε στη θάλασσα.

  – Έλα πάρε τα δίχτυα και κολύμπα αντίθετα από τα βράχια, μη σε κτυπήσει το κύμα στα βράχια κι εγώ θα σε βγάλω στη ξέρα.

 

Τραβούσε με δύναμη το σχοινί από τα δίκτυα κι έτσι κατάφερε κι έβγαλε στη στεριά τον ψαρά.  Η ψαρόβαρκα τσακισμένη στα βράχια κι η επιγραφή στο μεγαλόξυλο  «Καππαδόκης».  Ετούτο κι αν ήταν μπουρίνι.  Για μια στιγμή συννέφιασε το λιοκαμένο του πρόσωπο.  «Που βρέθηκε εδώ τούτη η ψαρόβαρκα;», «αυτή η ψρόβαρκα είναι του γυιού μου του Κυριακού».  Το χαρτί που του’στειλε ο γυιός του ο Κυριακός με τον Χαραλάμπη τον Γύπα τον βοσκό, που του μηνούσε πως του κλέψαν τη βάρκα είναι ακόμα στην τσέπη του.  «Ώστε αυτός είναι σκέφτηκε» και συνέχισε με δύναμη να τον τραβά προς τα βράχια.

 

Σε λίγο στο μικρό τραπέζι φίλευε τον άγνωστο ψαρά, με τη στολή του φαροφύλακα, γιατί τα βρεγμένα του ρούχα στέγνωναν στη φωτιά.  Σιωπηλοί τρώγανε την σφυρίδα και το σαργό μαζί με το καλοκράσι, τη μαυροκουντούρα από την  Κύμη,  που τού’στειλε ο Γιάννης ο Κυμιός.  Το βράδυ ο ξένος ψαράς κοιμήθηκε στο κρεββάτι…έτσι το θέλησε ο φαροφύλακας κι ο Ευστράτης στην καρέκλα τυλιγμένος μια παλιά χλαίνη.  Αχάραδα ο ξένος ψαράς κίνησε για τα Λιναριά, με κείνο αποχαιρέτισμα «Στο καλό να πας, στο καλό να πας» κι ύστερα ο Ευστράτης μάζεψε τα βαρκόξυλα που πιάστηκαν στα βράχια κι αρχίνισε να μαστορεύει ένα παγκάκι με την επιγραφή απάνωθε «Καππαδόκης».