ΕΡΓΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ – Ιούνιος

ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟ

Ανάπαυλα από τη βιασύνη και τη οχλοβοή της μεγαλούπολης

Β. Χαραλάμπους

Κοντά στο έτος 1980 όταν σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη, αποφασίσαμε τρεις φοιτητές από την Κύπρο να πάμε για προσκύνημα στο Άγιο Όρος.   Εγώ είχα πάει ακόμα μια φορά στο Άγιο Όρος, ενώ οι φίλοι μου πρώτη φορά θα πήγαιναν.  Εξήγησα στου φίλους μου πώς θα πάμε και ότι η είσοδος στο Άγιο Όρος γινόταν με διαβατήριο και όχι ταυτότητα.  Τότε έτσι είχαν τα πράγματα.  Δεν με πίστεψαν όμως. Τους εξήγησα ότι είναι αυτοδιοίκητο κομμάτι της Ελλάδας το Άγιο Όρος, αλλά επέμεναν ότι δεν χρειαζόταν διαβατήριο.  Μου είπαν ότι ‘’θα πάμε με ταυτότητες’’.

 

Είχαμε συμφωνήσει να βρεθούμε στο σπίτι του φίλου μου πριν τις 5 η ώρα το πρωί.  Τότε έτσι είχαν τα πράγματα, γιατί ένα λεωφορείο πήγαινε από τη Θεσσαλονίκη για να προλάβει το καράβι για το Άγιο Όρος.  Πήγαμε πριν χαράξει ο ήλιος στο σταθμό των λεωφορείων ΚΤΕΛ Χαλκιδικής, που τότε ήταν κοντά στην οδό 25ης Μαρτίου.  Φτάσαμε στην Ουρανούπολη μετά από δυόμιση με τρεις ώρες.  Πήγαμε κατ’ ευθείαν στο καράβι.  Εκεί ο λιμενικός μας εξήγησε ότι χρειάζονται διαβατήρια και όχι ταυτότητες.  Μας εξήγησε ότι με βάση τον κανονισμό δεν μπορούμε να επιβιβαστούμε στο καράβι.   Ζητήσαμε να δούμε τον λιμενάρχη.  Ο λιμενάρχης ήταν πολύ ευγενικός άνθρωπος.  Μας είπε ότι δεν μπορεί να παραβεί τον κανονισμό.  Ακολούθως ο λιμενάρχης κατευθύνθηκε προς το καράβι, όπου τον ακολουθήσαμε.  Και πάλι μας είπε ότι δυστυχώς δεν μπορεί  να παραβεί τον κανονισμό.  Όταν το καράβι απομακρύνθηκε περί τα 200 με 300 μέτρα από τον μώλο, συνειδητοποιήσαμε ότι δεν θα πάμε.  Έτσι πήγαμε στη μικρή πλατεία της Ουρανούπολης, όπου κατά το δειλινό θα παίρναμε το λεωφορείο της επιστροφής για Θεσσαλονίκη. 

 

Σε καμιά ανάμιση ώρα είδαμε τον λιμενάρχη να έρχεται προς το μέρος μας.  Απορήσαμε και ελπίσαμε ότι ίσως γίνει κάτι.  Όπως μας εξήγησε μια βάρκα θα έπαιρνε σανό για τα ζώα στο Άγιο Όρος. ‘’Φορτωθήκαμε’’ λοιπόν κι εμείς στη βάρκα με το σανό και πήγαμε στη Δάφνη, το λιμανάκι του Αγίου Όρους.  Κάναμε αρκετή ώρα να πάμε γιατί η βάρκα ήταν μικρή και γεμάτη σανό. 

 

Φθάνοντας στη Δάφνη οι υπάλληλοι του λιμενικού μας εξήγησαν ότι δεν υπήρχε λεωφορείο και έτσι έπρεπε να πάμε με τα πόδια.  Τότε υπήρχε μόνο ένα λεωφορείο για τις Καρυές, την πρωτεύουσα του Αγίου Όρους.  Καθυστερήσαμε όμως αρκετά να πάμε στις Καρυές, γιατί όταν συναντούσαμε δύο δρόμους, δεν υπήρχε συμφωνία ποιο δρόμο θα ακολουθήσουμε, γεγονός που οδηγούσε να ακούγεται και το ‘’να επιστρέψουμε πίσω στη Δάφνη’’. 

 

Επιτέλους φάνηκαν σε κάποια στροφή οι Καρυές.  Από μακριά έμοιαζαν σαν ένα μικρό ορεινό χωριό της Κύπρου. Φθάνοντας κοντά στο ναό του Πρωτάτου μας είπαν να πάμε σε ένα μικρό σπιτάκι να μας βγάλει ένας γέροντας μοναχός τα διαμονητήρια και ακολούθως να πάμε να μας φιλοξενήσουν σε κάποια Μονή. 

 

Ο γέροντας μοναχός μας έφερε από ένα μικρό ποτηράκι κονιάκ και γλυκό κεράσι.  Αφού βγάλαμε τα διαμονητήρια χωρίς να ζητηθούν διαβατήρια, γιατί αυτό ήταν ευθύνη των λιμενικών, πήγαμε στη Μονή Σταυρονικήτα, ένα Μοναστήρι κτισμένο στο κατακόρυφο του βράχου πάνω από τη θάλασσα.  Οι δύο εκείνες μέρες στη Μονή Σταυρονικήτα ήταν ένα βάλσαμο για μας, που τόσο πολύ ταλαιπωρούμαστε καθημερινά από τη οχλοβοή και τη βιασύνη της μεγαλούπολης.