ΔΙΗΓΗΜΑ
Στον Άγιο Γεώργιο των Ξαλώνων
(Β. Χαραλάμπους)
Ο Γιωρκής, το δεκαπεντάχρονο αγόρι, έμεινε μόνο, ορφανό κι εγκαταλειμμένο. Σε κάτι θειάδες του έμενε. Ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν δυο χρονών κι η μητέρα του στα δέκα του χρόνια. Είτε γελούσε, είτε λυπόταν, τα μάτια του είχαν την ίδια έκφραση. Στα μαθήματα ο Γιωρκής δεν είχε ιδιαίτερη επίδοση. Το δειλινό που σχολνούσε από το σχολείο, γυρνούσε στα χωράφια του χωριού του, στο «Καννίν», την «Μακριάν», την «Έξωην». Δικό τους χωράφι δεν είχανε. Οι θειάδες του κάτι τον βοηθούσανε, αλλά δεν έβρισκε κείνη τη ζεστασιά. Είχαν βλέπεις και τα δικά τους παιδιά κι ο Γιωρκής ήταν «δευτεροπαίδι». Και κάτι άλλο ακόμα, ο Γιωρκής δεν είχε τίποτα να τους προσφέρει, εκτός από τη χρυσή του την καρδιά.
Ένα πρωινό του Καλοκαιριού, πήγε με μια παρέα στη γειτονική κωμόπολη της Μόρφου. Στα ποδήλατα εκείνοι κι εκείνος άλλοτε τρέχοντας κι άλλοτε με γρήγορους βηματισμούς. Εκεί κοντά στο μικρό ξωκκλήσι τ’ Άη Γιώργη των Ξαλώνων, οι φίλοι του ποδηλατώντας με μεγάλη ταχύτητα τον άφησαν μονάχο, κοροϊδεύοντας τον κιόλας. Περπάτησε λίγο ακόμη κι ύστερα επέστρεψε στο μικρό ξωκκλήσι τ’ Άη Γιώργη των Ξαλώνων. Ήπιε νερό από ένα κοντινό ρυάκι, ξαπόστασε λίγο και μπήκε στο ξωκκλήσι. Τα καντήλια σιγόκαιαν. Η ατμόσφαιρα μέσα στο ξωκκλήσι ήταν κατανυχτική. Προχώρησε στο παγκάρι ψάχνοντας τις τσέπες του για το μοναδικό σελίνι που’χε.
Λυπημένος έψαχνε τις τσέπες στο μπαλωμένο του παντελόνι. «Πρέπει όπωσδήποτε να βρεθεί», σκέφτηκε, «ένα κερί ν’ ανάψω στη χάρη του Αγίου για τη ψυχή των γονιών μου». Όμως το σελίνι δεν βρέθηκε. Φαίνεται θα το’χασε τρέχοντας στη διαδρομή, ξωπίσω τους φίλους του. Το χλωμό του πρόσωπο άστραψε μεμιάς. Ξεκούμπωσε προσεκτικά το όμορφο ρολόϊ που φορούσε, κληρονομιά από τον πατέρα του και με τ’ αθώα του μάτια να λάμπουν από χαρά, πλησίασε την εικόνα του Αγίου, αφήνοντας το χωρίς κανένα δισταγμό.
Γονάτισε, προσευχήθηκε από καρδιάς με δάκρια στον Άγιό του για τους γονείς του. Εξάλλου ο Άη Γιώργης ήταν ο φίλος του. Ο κόσμος τον είχε πικράνει τόσο πολύ και τώρα βρήκε μεγάλη παρηγοριά στον Άγιό του. Προσευχήθηκε ώρα πολλή. Θυμήθηκε τη μητέρα του που τον πήγαινε στο πανηγύρι του Αγίου κάθε Λαμπροτρίτη και τσούγκριζε κόκκινα αυγά.
Άφησε τον πόνο του παρεμπρός στην εικόνα τ’ Άη Γιώργη του και κίνησε αργά για το σπίτι του. Η αλήθεια ήταν πως φοβόταν τις θειάδες του για το ρολόϊ. Όμως ήταν σίγουρος γι αυτό πού’καμε.
Το ψάριν ‘’ρόσσι’’ που εμαειρέφκετουν στη νηστεία των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου
(Β. Χαραλάμπους)
Έτσι τζ̌ιαιρόν στη νηστεία των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου που τρώμεν ψάριν εκτός Τετάρτης τζ̌ιαι Παρασκευής, παλλιά ήταν μια ευκαιρία να φαν ψάριν, το κατεψυγμένον ψάριν ‘’ρόσσι’’.
Ψάριν ‘’ρόσσι’’ με πατάτες στον φούρνον
_____
Υλικά
ψάριν ‘’ρόσσι’’ (κατεψυγμένον)
λάδιν
πατάτες κομμένες
άλας
τομάταν
νερόν
Ξιπαώννουμεν το ψάριν το μιάλον το ‘’ρόσσι’’. Ήταν τζ̌ιείνον το ακέφαλον το κότσ̌ινον το ψάριν το μιάλον. Κόβκουμεν φέττες χοντρές τες πατάτες. Βάλλουμεν τες πατάτες στο σινίν μιαν στρώσιν τες πατάτες φέττες, να γεμώσει ούλλος ο πάτος του σινιού.
Που πάνω βάλλουμεν το ψάριν. Έν το κόφκουμεν κομμάθκια για να μείνει μαλακτόν. Τέλλεια πουπάνω βάλλουμεν φέττες τομάτα (μόνον καλοτζιαίριν είσ̌ιεν τομάτες). Βάλλουμεν λάδιν, άλας χοντρόν τζ̌ιαι λλίον νερόν.
Η εν Χριστώ ζωή ως έκφραση αγάπης προς τον συνάνθρωπο
(Β. Χαραλάμπους)
Ο Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ, ήταν ένας Άγιος των ημερών μας, ρωσικής καταγωγής, ο οποίος μετά το Άγιο Όρος έζησε στη Μεγάλη Βρεττανία, ιδρύοντας τη Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ.
Αναφερόμενος στους ιερείς έγραφε τα ακόλουθα : ‘’Η μόνη οδός για να βοηθήσουμε τους ανθρώπους, ακόμη και τους συγχρόνους μας είναι να ζήσουμε οι ίδιοι τον Θεό, τον Ζώντα Θεό’’. ‘’Οφείλουμε να γίνουμε φορείς της αιώνιας ζωής της Αναστάσεως’’, τόνιζε Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ (‘’Πνευματικά Κεφάλαια’’, Εκδόσεις Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας).
Αυτά τα σπουδαία λόγια του Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ, καταδεικνύουν το μεγαλείο της εν Χριστώ ζωής και την υπέρβαση του ατομισμού, η οποία ταλανίζει πολλούς.
Ένα θαύμα του Αγίου Θύρσου (Θέρισσου)
(Β. Χαραλάμπους)
Σ’ ένα ταξί πριν λίγα χρόνια, σε μια όχι και τόσο κοντινή διαδρομή (Λευκωσία – Λάρνακα) έγινε τούτη η απλή συνομιλία. Στην αρχή η διαδρομή ήταν σιωπηλή ώσπου μια απλή ερώτηση έσπασε τούτη τη σιωπή.
«Πόθθεν είσαι κουμπάρε;»
«Που το Ριζοκάρπασο”
Κι αυθόρμητα ήρθε η ερώτηση «Επήες καθόλου στο χωρκόν σου;»
«Μια φοράν κουμπάρε, αλλά όχι με το δικό μου ταξί. Επήα με άλλον ταξί, με Τούρκον ταξιτζιήν. Τζιαι να σου πω τζιαι τι μου έτυχε».
Εγώ σιωπηλός άκουα τούτον τον απλόν άνθρωπον.
«Τζιαμαί στο αγίασμαν τ’ Άη Θέρισσου (Αγίου Θύρσου ή Θέρισσου) ο ταξιτζιής έκαμεν τον σταυρόν του. Αμέσως ρωτώ τον. Είσαι Χριστιανός; Όχι, απαντά μου. Ξαναρωτώ. Είσαι Τουρκοκύπριος. Όχι, απαντά, είμαι Τούρκος.
Να, ρωτώ λαλώ του, γιατί είδα σε που έκαμες τον σταυρόν σου όπως τον κάμνουμεν εμείς τζι απόρησα. Να σου πω, λαλεί μου, η γεναίκα μου έν Τουρκοκύπρια τζι έχουμεν μιαν κορούαν μιτσιάν. Η κορούα μας αρώστησεν πολλά. Έλλιωννε το μωρόν. Εκατάλαλαβες; Έλλιωννεν. Επήραμεν το μωρόν σε έξω γιατρούς γιατί θα επεθάνισκεν. Επήαμεν Τουρκίαν, επήαμεν Ισραήλ μα τίποτε, ήτουν να πεθάνει. Η γεναίκα μου ελάλεν μου να πάρουμεν το μωρόν στ’ αγίασμαν τ’ Άη Θέρισσου. Εγιώ όμως έν εδέχουμουν. Όταν εκόντευκεν το τέλος του μωρού εδέχτηκα. Τι να κάμω; Εβαλαμεν αγίασμαν στο μωρόν, που πάνω ως κάτω τζι εγίνηκεν τέλλεια καλά. Εγίνηκεν τέλλεια καλά. Που τότες τζι εγιώ χωρίς να γινώ Χριστιανός, κάθε φοράν που περνώ που το αγίασμαν τ’ Άη Θέρισσου, κάμνω τον σταυρόν μου όπως τον κάμνετε τζι εσείς, για να ευχαριστήσω τον Άγιον».
Εσιώπησεν ύστερα ο ταξιτζιής, εσιώπησα κι εγώ.
Ο γέροντας Ευγένιος ο Σταυρονικητιανός
(Β. Χαραλάμπους)
Καθισμένος ο γέροντας Ευγένιος, πλάϊ στης βρύσης τ’ ανάγλυφο, στη παμπάλαιη Μονή Σταυρονικήτα, πού’ναι κτισμένη στ΄απόκρημνο των βράχων, κι εμείς αντικρύ, άλλοι σιωπηλοί να ακούμε κι άλλοι διάφορα να ρωτούν, μέχρι ακόμη, αν είναι δυνατόν και για το χρηματιστήριο. Κι ο Κρητικός γέροντας θυμάμαι πού’μεινε για λίγο σιωπηλός, κι ύστερα είπε μονάχα τούτο, «Απ’ ανέμου ήρθανε σ’ ανέμου πάνε» και τίποτα άλλο.
Ήταν να τον χαίρεσαι τον γέροντα Ευγένιο, θαρρούσες κάποια φωτογραφία παλαιά, ασκητού αρχαίου, στης Κρήτης τ’ Αγιοφάραγγο. Για τούτη την τόση του απλότητα την τόση του «ασημαντότητα», δεν θέλησα ποτέ να πιάσω κουβέντα μαζί του, όσες φορές κι αν πήγα σε τούτο το βυζαντινομονάστηρο. Αρκούσε κάτι σαν εκείνο που είπε ένας μοναχός στον Άγιο Αντώνιο, «αρκεί να σε βλέπω πάτερ μου».
Φεύγοντας κάτι είπαμε για το Μοναστήρι της Αναλήψεως στη Σίψα της Δράμας. Με κοίταξε σαν μικρό παιδί που ζητά μια χάρη από τους μεγαλυτέρους του και μου είπε «πολύ τον ευλαβούμαι τούτον τον Γέροντα Γεώργιο Καρσλίδη», (ήταν πριν ανακηρυχθεί Άγιος επίσημα), «μια μετάνοια να βάλεις κι από μένα στον τάφο του». Αυτή ήταν κι τελευταία του κουβέντα. Δεν ξανασυναντηθήκαμε. Κοιμήθηκε, μετά από μαρτυρική ασθένεια. Θα έχω το σταυρουδάκι του από κουκούτσια ελιάς που μου χάρισε. Τούτο το ευλογημένο συνήθειο είχε, σταυρουδάκια να χαρίζει σ’ όσους συναντούσε, κάτω από κείνη την κληματαριά στη Μονή Σταυρονικήτα.
ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟ
Ανάπαυλα από τη βιασύνη και τη οχλοβοή της μεγαλούπολης
Β. Χαραλάμπους
Κοντά στο έτος 1980 όταν σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη, αποφασίσαμε τρεις φοιτητές από την Κύπρο να πάμε για προσκύνημα στο Άγιο Όρος. Εγώ είχα πάει ακόμα μια φορά στο Άγιο Όρος, ενώ οι φίλοι μου πρώτη φορά θα πήγαιναν. Εξήγησα στου φίλους μου πώς θα πάμε και ότι η είσοδος στο Άγιο Όρος γινόταν με διαβατήριο και όχι ταυτότητα. Τότε έτσι είχαν τα πράγματα. Δεν με πίστεψαν όμως. Τους εξήγησα ότι είναι αυτοδιοίκητο κομμάτι της Ελλάδας το Άγιο Όρος, αλλά επέμεναν ότι δεν χρειαζόταν διαβατήριο. Μου είπαν ότι ‘’θα πάμε με ταυτότητες’’.
Είχαμε συμφωνήσει να βρεθούμε στο σπίτι του φίλου μου πριν τις 5 η ώρα το πρωί. Τότε έτσι είχαν τα πράγματα, γιατί ένα λεωφορείο πήγαινε από τη Θεσσαλονίκη για να προλάβει το καράβι για το Άγιο Όρος. Πήγαμε πριν χαράξει ο ήλιος στο σταθμό των λεωφορείων ΚΤΕΛ Χαλκιδικής, που τότε ήταν κοντά στην οδό 25ης Μαρτίου. Φτάσαμε στην Ουρανούπολη μετά από δυόμιση με τρεις ώρες. Πήγαμε κατ’ ευθείαν στο καράβι. Εκεί ο λιμενικός μας εξήγησε ότι χρειάζονται διαβατήρια και όχι ταυτότητες. Μας εξήγησε ότι με βάση τον κανονισμό δεν μπορούμε να επιβιβαστούμε στο καράβι. Ζητήσαμε να δούμε τον λιμενάρχη. Ο λιμενάρχης ήταν πολύ ευγενικός άνθρωπος. Μας είπε ότι δεν μπορεί να παραβεί τον κανονισμό. Ακολούθως ο λιμενάρχης κατευθύνθηκε προς το καράβι, όπου τον ακολουθήσαμε. Και πάλι μας είπε ότι δυστυχώς δεν μπορεί να παραβεί τον κανονισμό. Όταν το καράβι απομακρύνθηκε περί τα 200 με 300 μέτρα από τον μώλο, συνειδητοποιήσαμε ότι δεν θα πάμε. Έτσι πήγαμε στη μικρή πλατεία της Ουρανούπολης, όπου κατά το δειλινό θα παίρναμε το λεωφορείο της επιστροφής για Θεσσαλονίκη.
Σε καμιά ανάμιση ώρα είδαμε τον λιμενάρχη να έρχεται προς το μέρος μας. Απορήσαμε και ελπίσαμε ότι ίσως γίνει κάτι. Όπως μας εξήγησε μια βάρκα θα έπαιρνε σανό για τα ζώα στο Άγιο Όρος. ‘’Φορτωθήκαμε’’ λοιπόν κι εμείς στη βάρκα με το σανό και πήγαμε στη Δάφνη, το λιμανάκι του Αγίου Όρους. Κάναμε αρκετή ώρα να πάμε γιατί η βάρκα ήταν μικρή και γεμάτη σανό.
Φθάνοντας στη Δάφνη οι υπάλληλοι του λιμενικού μας εξήγησαν ότι δεν υπήρχε λεωφορείο και έτσι έπρεπε να πάμε με τα πόδια. Τότε υπήρχε μόνο ένα λεωφορείο για τις Καρυές, την πρωτεύουσα του Αγίου Όρους. Καθυστερήσαμε όμως αρκετά να πάμε στις Καρυές, γιατί όταν συναντούσαμε δύο δρόμους, δεν υπήρχε συμφωνία ποιο δρόμο θα ακολουθήσουμε, γεγονός που οδηγούσε να ακούγεται και το ‘’να επιστρέψουμε πίσω στη Δάφνη’’.
Επιτέλους φάνηκαν σε κάποια στροφή οι Καρυές. Από μακριά έμοιαζαν σαν ένα μικρό ορεινό χωριό της Κύπρου. Φθάνοντας κοντά στο ναό του Πρωτάτου μας είπαν να πάμε σε ένα μικρό σπιτάκι να μας βγάλει ένας γέροντας μοναχός τα διαμονητήρια και ακολούθως να πάμε να μας φιλοξενήσουν σε κάποια Μονή.
Ο γέροντας μοναχός μας έφερε από ένα μικρό ποτηράκι κονιάκ και γλυκό κεράσι. Αφού βγάλαμε τα διαμονητήρια χωρίς να ζητηθούν διαβατήρια, γιατί αυτό ήταν ευθύνη των λιμενικών, πήγαμε στη Μονή Σταυρονικήτα, ένα Μοναστήρι κτισμένο στο κατακόρυφο του βράχου πάνω από τη θάλασσα. Οι δύο εκείνες μέρες στη Μονή Σταυρονικήτα ήταν ένα βάλσαμο για μας, που τόσο πολύ ταλαιπωρούμαστε καθημερινά από τη οχλοβοή και τη βιασύνη της μεγαλούπολης.

