
Κολοκάσιν με το ρύζι, το νηστήσιμον όπως το ελαλούσαμεν (Βασίλης Χαραλάμπους)
Υλικά
κολοκάσιν
3 πατάτες κομμάθκια
λάδιν
μιάν κουταλιάν πάσταν τομάτας
νερόν
άλας
Καθαρίζουμε το κολοκάσιν τζιαι σφογγούμεν το καλά με την μαντηλιάν. Την ώραν που το κόβκουμεν, κόβκουμέν το τσακριστά. Βάλλουμεν λάδιν πρώτα να βράσει μέσ’ την μαείρισσαν τζ̌ιαι βάλλουμεν το κρομμυδούιν κομμένον ψιλόν – ψιλόν.
Μετά βάλλουμεν σέλλενον κομμένον κομμάθκια (στο χωρκόν μας τες περίτου φορές έν είχασι σέλλενον, ούτε τζι επολλοβάλλαν τα παλλιά τα χρόνια). Ύστερα βάλλουμεν το κολοκάσιν τζι ανακατώννουμεν το με το κρομμυδούιν, να φοβεριστεί που ελαλούσαμεν (να κοτσινίσει).
Μετά βάλλουμεν ανάμιση κουταλλιάν πάσταν τομάταν τζι ανακατώννουμέν τα θκυο - τρεις γυρούς. Προσθέτουμεν νερόν να τα σιεπάσει τζι αφήννουμεν το κολοκάσιν να μισοψηθεί τζ̌ιαι βάλλουμεν άλας. Αφήννουμέν το να ψηθεί τζιαι να καταστηθεί ύστερα σε σιανήν φωθκιάν.

Εκείνα τα Χριστούγεννα στο Καστελόριζο (Βασίλης Χαραλάμπους)
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΕΛΠΙΔΑ - Μητέρα του Κωστάκη. (Η πλούσια της γειτονιάς).
ΚΩΣΤΑΚΗΣ - Γυιός της Ελπίδας, 4 χρονών.
ΦΡΟΣΩ – Γειτόνισσα.
ΑΛΕΞΗΣ – Παιδί της γειτονιάς
ΓΙΑΝΝΗΣ – Μικρό παιδί που πωλεί κάστανα. ΑΝΔΡΙΑΝΗ – Μητέρα του Πετράκη, πολύ φτωχικά ντυμένη. ΤΑΣΟΣ - Γυιός της Ανδριανής, 12 χρονών. ΣΤΡΑΤΗΣ - Γυιός της Ανδριανής, 10 χρονών. ΓΙΩΡΓΟΣ - Γυιός της Ανδριανής, 7 χρονών. ΠΕΤΡΑΚΗΣ – Γυιός της Ανδριανής, 4 χρονών. ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ(Η σκηνή σ’ ένα παραδοσιακό δρομάκι της Μεγίστης στο Καστελόριζο. Το σκηνικό παρουσιάζει διάφορες εξώπορτες. Στην τελευταία πόρτα δεξιά υπάρχει ένα μικρό σκαλοπάτι όπου κάθονται ο Τάσος και ο Στρατής, έχοντας ανασηκωμένα τα γιακκαδάκια τους και τρίβοντας τα χέρια τους. Λίγο πιο εκεί κάθεται ο Γιάννης ο καστανάς μπροστά από το μαγκάλι του ψήνοντας κάστανα).
ΣΤΡΑΤΗΣ - Κρύο που κάνει Τάσο. ΤΑΣΟΣ - Χειμώνας είναι Στρατή. (Βγάζει από τη τσέπη του μικρά κλαράκια). ΣΤΡΑΤΗΣ - Τι είναι αυτά Τάσο; ΤΑΣΟΣ - Κλαράκια από θάμνα, τα μάζεψα κοντά στον Άη Γιώργη του Βουνού. ΣΤΡΑΤΗΣ – Μα τι θα κάνεις Τάσο; ΤΑΣΟΣ - Περίμενε και θα δεις. Θα φτιάξουμε μια μικρή σκούνα, ένα μικρό καραβάκι για τα κάλαντα των Χριστουγέννων. ΣΤΡΑΤΗΣ - Μα πως θα γίνει; ΤΑΣΟΣ - Πήγαινε Στρατή, ψάξε στο συρτάρι και φέρε μου εκείνη την σκισμένη άσπρη μου φανέλλα. ΣΤΡΑΤΗΣ - Τι να την κάνεις τη σχισμένη φανέλα Τάσο; ΤΑΣΟΣ - Φέρε την και θα δεις. Α, κοίτα μη κάνεις φασαρία Στρατή, γιατί η μάνα μας είναι άρρωστη. ΣΤΡΑΤΗΣ - Καλά μην έχεις έννοια Τάσο, είμαι μεγάλος πια. ΓΙΑΝΝΗΣ – Κάστανα, ζεστά κάστανα. Κάστανα, ζεστά κάστανα. (Ο Στρατής φεύγει και έρχεται φέρνοντας τη σχισμένη φανέλα) ΣΤΡΑΤΗΣ - Μα πως θα το κάνεις Τάσο; ΤΑΣΟΣ - Μη βιάζεσαι. Να δεις που τούτη η σκισμένη φανέλα θα γίνει άρμενο για τη μικρή σκούνα. ΓΙΑΝΝΗΣ – Κάστανα, ζεστά κάστανα. Κάστανα, ζεστά κάστανα ΣΤΡΑΤΗΣ - Είμαι περίεργος να δω πως θα γίνει τούτη η σκισμένη φανέλα άρμενο για τη μικρή σκούνα. ΤΑΣΟΣ - Να κόψε μου μικρά κομματάκια σχοινί να τα δέσουμε. (Βγάζει ένα μικρό κουβάρι λεπτό σχοινί και ένα ψαλίδι και τα δίνει στον Στρατή) (Ο Τάσος με τον Στρατή φτιάχνουν το καραβάκι ) ΓΙΑΝΝΗΣ – (Ανακατεύει τα κάστανα) Κάστανα, ζεστά κάστανα. Κάστανα, ζεστά κάστανα. (Ο Στρατής σηκώνεται χαρούμενος κρατώντας τη μικρή σκούνα στα χέρια του). ΤΑΣΟΣ - Έτοιμο το καραβάκι. ΠΕΤΡΑΚΗΣ – (Μπαίνει στη σκηνή από τη δεξιά είσοδο) Τι ωραίο που είναι! Θα το βάλουμε στο αυλάκι με το νερό να κολυμπήσει; ΤΑΣΟΣ - Όχι Πετράκη, είναι το καραβάκι που θα κρατάμε στα κάλαντα . ΠΕΤΡΑΚΗΣ – Όταν περάσουν τα Χριστούγεννα θα το βάλουμε στο αυλάκι να κολυμπήσει; ΤΑΣΟΣ - Καλά τότε να το βάλουμε. Και στη Γαλάζια Σπηλιά να το βάλουμε. (Γελά) Άντε τώρα Στρατή να πάρεις τη φλογέρα σου και να πείς και στο Γιώργο να πάρει το τρίγωνό του για να πούμε τα κάλαντα στις απάνω γειτονιές. (Ο Στρατής με τον Πετράκη φεύγουν από τη δεξιά είσοδο της σκηνής. Ο Τάσος πλησιάζει τον Γιάννη που πωλεί κάστανα και ο Γιάννης του δίνει ένα κάστανο. Ο Τάσος βγάζει τις άδειες του τσέπες έξω, κάνοντας ένα μορφασμό για να του δείξει ότι δεν έχει χρήματα και τον ευχαριστεί κτυπώντας ελαφρά το στήθος του ) ΓΙΑΝΝΗΣ – Κάστανα, ζεστά κάστανα. Κάστανα, ζεστά κάστανα. (Ο Στρατής, ο Γιώργος και ο Πετράκης έρχονται από τη δεξιά είσοδο κρατώντας τρίγωνο και φλογέρα) ΣΤΡΑΤΗΣ – Τάσο έτοιμοι. ΤΑΣΟΣ - Λοιπόν παιδιά, άντε πάμε να πούμε τα κάλαντα. Πετράκη έλα εσύ να κρατάς το καραβάκι. Δώσε μου το τρίγωνο Πετράκη. (Ο Τάσος παίρνει το τρίγωνο και δίνει το καραβάκι στον Πετράκη) ΤΑΣΟΣ - Δυνατά να τραγουδάτε , ν’ακούγεται ίσαμε τα βραχονήσια Ρω και Στρογγυλή. (Αρχινούν να τραγουδούν τα κάλαντα και φεύγουν από την αριστερή είσοδο της σκηνής). (Η κυρά Ελπίδα, η αρχόντισσα της γειτονιάς, βγαίνει από την πόρτα της κι αρχίζει να σκουπίζει έξω από την πόρτα του σπιτιού της. Στο διπλανό σπίτι βγαίνει από την πόρτα της η γειτόνισσα της η κυρά Φρόσω, κι αρχίζει να σκουπίζει). ΕΛΠΙΔΑ - (Μονολογεί σκουπίζοντας) Ούτε και φέτος περάσαμε Χριστούγεννα. ΦΡΟΣΩ – Τι μονολογείς κυρά Ελπίδα; ΕΛΠΙΔΑ - Είπαμε να το γιορτάσουμε πιό μοντέρνα ψες, παραμονή Χριστουγέννων και μας τέλειωσε και το γαλλικό κρασί και ντράπηκα από τους ξένους μας. (Χασμουριέται). ΦΡΟΣΩ – Είχατε τραπέζι ψες φαίνεται, παραμονή των Χριστουγέννων. ΓΙΑΝΝΗΣ – Κάστανα, ζεστά κάστανα. ΕΛΠΙΔΑ - Το ίδιο φαγοπότι, η ίδια τρεχάλα. Μας χάλασε και φέτος το «ρεβεγιόν». Ούτε και φέτος περάσαμε Χριστούγεννα. ΦΡΟΣΩ – Ε, κυρά Ελπίδα, αλλιώς είναι τα Χριστούγεννα. Αλλιώς είναι η χαρά των Χριστουγέννων. ΕΛΠΙΔΑ - Είπαμε να το γιορτάσουμε πιότερο μοντέρνα χθες παραμονή Χριστουγέννων και μας τέλειωσε και το γαλλικό κρασί και ντράπηκα από τους ξένους μας. ΦΡΟΣΩ – Ίσως να’χουν και δίκιο πως χαρά δεν έχει τούτη η ξενόφερτη συνήθεια που προσπαθεί να παραβγεί το όμορφο γιορτάσι των απλών ανθρώπων του νησιού μας . ΕΛΠΙΔΑ - Δίκιο έχεις, συνήθεια όμως. (Αναστενάζει). ΓΙΑΝΝΗΣ – Κάστανα, ζεστά κάστανα. ΚΩΣΤΑΚΗΣ - (Ακούγεται η φωνή του μέσα από το σπίτι) Μαμμά, μαμμά. ΕΛΠΙΔΑ - (Μονολογεί) Να δούμε τι θέλει πάλι αυτό το παιδί. (Η κυρά Ελπίδα και η κυρά Φρόσω μπαίνουν η κάθε μια μέσα στο σπίτι της ) (Τα παιδιά που λένε τα κάλαντα επιστρέφουν από την αριστερή είσοδο της σκηνής λέγοντας και πάλι τα κάλαντα). (Ο Αλέξη μπαίνει γρήγορα από τη δεξιά είσοδο της σκηνής και με ταχύτητα από πλάϊ τους κι αρπάζει το κουτί με τα χρήματα και φεύγει από την αριστερή είσοδο της σκηνής). ΓΙΩΡΓΟΣ - Ωχ το κουτί με τα χρήματα. ΣΤΡΑΤΗΣ - Τρέξετε να του πάρουμε το κουτί. (Κάνει να τρέξει ξωπίσω του Αλέξη) ΤΑΣΟΣ - Στάσου Στρατή. ΣΤΡΑΤΗΣ - Τώρα τι κάνουμε Τάσο ; ΤΑΣΟΣ - Τίποτα Στρατή. Είναι Χριστούγεννα σήμερα. ΠΕΤΡΑΚΗΣ - Μας πήρε το κουτί μας. ΓΙΩΡΓΟΣ - Μα… ΣΤΡΑΤΗΣ – (Διακόπτει) Κρίμα. Τώρα τι θα πει η μητέρα μας. ΤΑΣΟΣ - Λοιπόν τσιμουδιά, δεν θα πούμε τίποτα στη μητέρα μας. (Ο Στρατής και ο Γιώργος φεύγουν από τη δεξιά πλευρά της σκηνής ενώ ο Τάσος μένει πηγαίνοντας αργά με σκυφτό το κεφάλι και κάθεται στο μικρό σκαλοπάτι της εξώπορτας του σπιτιού του με σκυφτό το κεφάλι) (Η κυρά Ελπίδα, βγαίνει από την πόρτα της κι αρχίζει και πάλι να σκουπίζει έξω από την πόρτα του σπιτιού της). ΚΩΣΤΑΚΗΣ - (Έρχεται κρατώντας ένα αεροπλανάκι). Μαμμά, μαμμά. ΕΛΠΙΔΑ - Τί είναι Κωστάκη μου; ΚΩΣΤΑΚΗΣ - (Δείχνει το αεροπλανάκι). Αυτό το αεροπλανάκι μου έφερες για τα Χριστούγεννα ; ΕΛΠΙΔΑ - Ναι, Κωστάκη μου; ΓΙΑΝΝΗΣ – Κάστανα, ζεστά κάστανα. ΚΩΣΤΑΚΗΣ - Μα εγώ σου είπα αεροπλανάκι με κίτρινες φτερούγες. ΕΛΠΙΔΑ - Δεν είχε Κωστάκη μου. Τόση ώρα γυρνούσα στα καταστήματα. Δεν υπήρχε. ΚΩΣΤΑΚΗΣ - Μα εγώ θέλω με κίτρινες φτερούγες. Άκουσες μαμμά, αεροπλανάκι με κίτρινες φτερούγες. (Το πετά στο δρόμο και μπαίνει τρέχοντας σπίτι). Σου είπα αεροπλανάκι με κίτρινες φτερούγες ΕΛΠΙΔΑ - Κωστάκη τι έκανες; (Μονολογεί) Αχ αυτό το παιδί. Όλα τα έχει και πάντα παραπονεμένο είναι. (Ο Τάσος σηκώνεται πάει έξω από το σπίτι της κυρά Ελπίδας και σταματά μπροστά από το πεταμένο αεροπλανάκι). ΤΑΣΟΣ - (Διακόπτει) Να πάρω το αεροπλανάκι κυρία Ελπίδα; (Ρωτά δισταχτικά). ΕΛΠΙΔΑ - (Αδιάφορα) Ναι πάρ΄το , δεν το θέλει ο Κωστάκης μου. ΤΑΣΟΣ - ( Παίρνει χαρούμενος το αεροπλανάκι με τη μισοτσακισμένη φτερούγα ) Σε ευχαριστώ κυρία Ελπίδα, σε ευχαριστώ. (Ξεκινά για το σπίτι του μονολογώντας) Πολύ θα χαρεί ο μικρός μου αδελφός Πετράκης, μα κι μάνα μας που είναι φτωχή κι άρρωστη με τούτο δω τ’ αεροπλανάκι. ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ( Η σκηνή στο εσωτερικό του σπιτιού του. Το σπίτι φτωχικό. (Στο κέντρο της σκηνής πίσω υπάρχει παράθυρο. Δεξιά και αριστερά πόρτες. Στη μέση ένα μεγάλο τραπέζι και γύρω καρέκλες. Αριστερά μια σόμπα παλιά ) . (Η Ανδριανή κάθεται κοντά στη σόμπα και κάθε λίγο κοιτά από το παράθυρο σαν να περιμένει κάτι. Χτυπά η πόρτα, σηκώνεται και ανοίγει κυρά Ανδριανή και μπαίνουν μέσα ο Στρατής ο Γιώργος και ο Πετράκης ). ΑΝΔΡΙΑΝΗ – Μπα τι βλέπω; Τρίγωνο, φλογέρα, καραβάκι… ΠΕΤΡΑΚΗΣ – Εμείς το φτιάξαμε.( Διακόπτει ο Πετράκης). ΑΝΔΡΙΑΝΗ – Εσείς το φτιάξατε; Είναι πολύ ωραίο. (Κτυπά και πάλιν η πόρτα, ανοίγει η κυρά Ανδριανή και μπαίνει μέσα ο Τάσος). ΑΝΔΡΙΑΝΗ – Καθίστε στο τραπέζι να σας βάλω λίγη σούπα να ζεσταθείτε. (Κάθονται γύρω από το τραπέζι σιωπηλοί και η κυρά Ανδριανή φεύγει από τη δεξιά είσοδο της σκηνής να φέρει τη σούπα. Κτυπά και πάλι η πόρτα). ΤΑΣΟΣ - Ποιος νάναι τέτοια ώρα; (Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει ο Αλέξης έχοντας σφιχτά στην αγκαλιά του το κουτί με τα χρήματα. Όλοι το κοιτούν απορημένοι. Δίνει σιωπηλός το κουτί στον Τάσο. Ο Τάσος κάνει νεύμα να σωπάσουν. Μπαίνει μέσα η κυρά Ανδριανή κρατώντας πιάτα με σούπα ). ΑΝΔΡΙΑΝΗ – Καλώς τον Αλέξη. ΑΛΕΞΗΣ – Καλησπέρα και περαστικά κυρά Ανδριανή. ΑΝΔΡΙΑΝΗ – Έλα να σου βάλω να φάεις σούπα να ζεσταθείς. ΤΑΣΟΣ - Κάθησε Αλέξη να φάμε μαζί σούπα. (Μπαίνει μέσα η κυρά Ανδριανή κρατώντας πιάτα με σούπα και σερβίρει τη σούπα στα παιδιά) ΓΙΩΡΓΟΣ - Έλα κάθισε εδώ Αλέξη. ΑΛΕΞΗΣ – (Περιεργάζεται το καραβάκι) Τι είναι αυτό Γιάννη; ΤΑΣΟΣ - Το καραβάκι που φτιάξαμε για τα κάλαντα. (Παίρνει τη μικρή σκούνα και την έδωσε στον Αλέξη). Δικό σου. ΑΛΕΞΗΣ – (Παίρνει το καραβάκι). Σ’ ευχαριστώ Τάσο, σ’ ευχαριστώ. ΠΕΤΡΑΚΗΣ - Εγώ; ΤΑΣΟΣ - Εσύ πάρε αυτό εδώ. (Βγάζει από το σακκάκι το αεροπλανάκι και το δίνει στον Πετράκη) ΠΕΤΡΑΚΗΣ - Πέννανο, πέννανο μαμμά. (Χοροπηδά φωνάζοντας ). Πέννανο, πέννανο. (Η κυρά Ανδριανή κοντοστέκεται χαμογελώντας και βγαίνει από τη δεξιά είσοδο της σκηνής). ΑΥΛΑΙΑ
Το παναΰριν του Αρχαγγέλου στην Πάνω Ζώθκειαν (Βασίλης Χαραλάμπους)
Η εκκλησιά της Πάνω Ζώθκειας ήτουν αφιερωμένη στον Αρχάγγελον Μιχαήλ. Τζ̌ιείνην την ημέραν η Εκκλησία μας γιορτάζει την ‘’Σύναξιν των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών Ασωμάτων Δυνάμεων’’. Έν πολλά μιάλη η γιορτή τούτη της Εκκλησίας μας.
Εταίρκασεν νάν τζι η πλάτσα μιάλη μπροστά που την εκκλησιάν τ’ Αρχαγγέλου τζι έτσι κάθε χρόνον στην γιορτή του εγινίσκετουν έναν που τα μιαλλύττερα παναΰρκα της Κύπρου.
Έρκουνταν πάρα πολλοί παναϋρκότες. Που την παραμονήν έρκουνταν οι παναϋρκότες τζι εστήνναν τες καλλύφες τους. Επουλούσαν τζ̌ιαι ζώα, κυρίως γαούρκα τζιαι σ̌ιοιρούθκια. Αθθυμούμαστε που τα επουλούσαν σ’ ένα τόπον πίσω που τες καλύφες.
Ήτουν τζιαι μια ευκαιρία για τους χωρκανούς μας να ανταλλάξουν τζ̌ιείνα που καρπούσαν, με πράματα που έν είσ̌ιεν στο χωρκόν μας. Έτσι για παράδειγμαν αναταλλάσαν αρτυσιάν τζι επιάνναν σουζιούκκον. Ανταλλάσσαν τζιαι με ότι άλλον εγιωρκούσαν.
Ήτουν τζιαι μια ευκαιρία για τους χωρκανούς μας να ανταλλάξουν τζ̌ιείνα που καρπούσαν, με πράματα που έν είσ̌ιεν στο χωρκόν μας. Έτσι για παράδειγμαν αναταλλάσαν αρτυσιάν τζι επιάνναν σουζιούκκον. Ανταλλάσσαν τζιαι με ότι άλλον εγιωρκούσαν.
Εγίνετουν τζι έναν πράμαν σπάνιον στο παναΰριν τ’ Αρχαγγέλου. Οι νύμφες που επαντρευτήκασιν τζιείνην την χρονιάν έρκουνταν με τα νυφικά τους στο παναΰριν πάνω στα γαουρούθκια τζι ύστερα σε ποδήλατον στο πίσω κάθισμα. Πρέπει να πούμεν ότι γάμοι εγίνουνταν τα παλιά τα χρόνια Σεπτέβρην – Οκτώβρην. Κόμα να πούμεν ότι τα νυφικά τους που τότε ήταν απλά. Έτσι εγέμωννεν νύμφες το παναΰριν. Ως τζ̌ιαι που την Πέτραν της Σολιάς έρκουνταν.

Η τοιχογραφία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του 13ου αιώνα στην Παναγία του Μουτουλλά (Βασίλης Χαραλάμπους)
(Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ μεταξύ του Αγίου Στυλιανού και του Αποστόλου Πέτρου)
Στον βόρειο τοίχο εκονίζεται ο Αρχάγγελος Μιχαήλ μεταξύ του Αγίου Στυλιανού και του Αποστόλου Πέτρου. Ο Αρχάγγελος φορεί διακονική στολή και φέρει μορφή διαδήματος επί της κεφαλής.
Ο Άγιος Στυλιανός φέρει γκρίζα γένεια, χωρίς να είναι διακριτοί οι βόστρυχες του. Ο Άγιος Στυλιανός φέρει μοναχικό ένδυμα. Το εσωτερικό του ένδυμα είναι χρώματος καφέ και το εξωτερικό από το ίδιο καφέ χρώμα αναμεμειγμένο με λευκό χρώμα, επιτυγχάνοντας τοιουτοτρόπως μια διαφορετική χρωματική αρμονία. Κάτω από τη τοιχογραφία του Αγίου Στυλιανού υπάρχει γραμμωτή διακόσμηση. Ο Απόστολος Πέτρος φέρει την κουρά επί της κεφαλής.
Δεν υπάρχει προπλασμός προσώπων, αλλά απ’ ευθείας έχουν γίνει τα φωτίσματα. Στα σημεία εκείνα του προσώπου όπου γίνεται ο προπλασμός, υπάρχει μια ελαφριά σκουρόχρωμη σκιά, η οποία τονίζει τα φωτίσματα του προσώπου.

Την άλλη μεθόριο ιχνηλατώντας (Βασίλης Χαραλάμπους)
Λόγο προσμέναμε αποζητώντας
από τον Γρηγοριάτη γέροντα
π΄ αργοδιάβαινε για το κελλίον του
κι εκείνος κοντοστάθηκε για λίγο
και με τη βαθύφωνη λαλιά του
άφησε κείνο το «την ευχή να λες »
« την ευχή να λες » κι ουδέν έτερον.
Χωρίς εκείνο το πολυλόγημα
που συνηθά στα πλατύσκαλα να διαφεντεύει
κι « είτα κύψας την κεφαλήν »
με το γαλήνιο βλέμμα
συνέχισε αργοδιαβαίνοντας
στο στενό διάδρομο για το κελλί του
την άλλη μεθόριο ιχνηλατώντας.

Σιωπηλό λιοβασίλεμα (Βασίλης Χαραλάμπους)
Δειλινό σιωπηλό
στο κιόσκι
πλάϊ στο αψηλό κυπαρίσσι
στ΄ ακρόγιαλο της Μονής Δοχειαρίου
συντρόφεμα αλλιώτικο
μ΄όσους πρόλαβαν να φιλιώσουν
με το σιωπηλό λιοβασίλεμα
πούμεινε να θυμίζει
έστω και λίγο
τ’- άλλο λιόγερμα
π’ ανέμελα ξεχνάμε.

Κείνο το συντρόφεμα (Βασίλης Χαραλάμπους)
Τα μεσάνυχτα πρέπει να’ταν περασμένα, ανεμοβρόχι, σκοτεινιά στραπές. Ευτυχώς πού’ταν κι οι στραπές να φεγγοβολά έτω και λίγο για να περάσει το μεγάλο χωράφι. Η χλαίνη έγινε μούσκεμα κι είχε βαρέσει από τη βροχή. Έπρεπε να πάει στη σκοπιά. Το χωράφι είχε γίνει μια μεγάλη κακοτοπιά. Επιτέλους έφτασε. Ο Νώντας από την Πάφο, της μακρινής Κύπρου, ήταν αλλιώς μαθεμένος…αδιάφορος στην πείνα…αδιάφορος στη δείψα…στο πολύ ξενύχτι..στη σκληρή δουλειά. Η πρόχειρη σκοπιά ν’ ακουμπάει για λίγο ίσαμε να ματάρθει καταιγίδα.
Ποτέ δεν τον σκιάζανε τα πρωτοβρόχια κι οι καταιγίδες. Μικρός αναθυμάται που του’φεραν ένα γκρίζο αδιάβροχο με ξέχωρο καπέλο κι ήθελε τόσο πολύ να βρέξει. Ήταν τα χρόνια κείνα της ανομβρίαςκι έμεινε μ’ εκείνο τον καημό, να δοκιμάσει το γκρίζο αδιάβροχο. Ακόμα το θυμάται… Τα χρόνια πέρασαν κι ακόμα απόζητά τις βροχές, αποζητά το γκρίζο αδιάβροχο με το ξέχωρο καπέλο.
Έμεινε ώρα πολλή στριμωγμένος στη σκοπιά με συντρόφεμα όχι τ’ όπλο του πού’χε στη σκοπιά ακουμπισμένο, μα της καρδιάς τ’ άφοβο. Και μη νομίσει κανείς κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν κι ιδιαίτερα παιδί γενναίο ο Νώντας. Ίσως γιατί ήταν αδύνατος… Πάντως θα’λεγε κανείς πως ο Νώντας ήταν ένα δειλοπαίδι. Κι ετούτο τ’ άφοβο τώρα, τι νάναι άραγε; Αν έσπαζαν οι γραμμές; Τι θα γινόταν τότε;
Συντρόφεμα είχε το σταυροκόπημα, προικιό και τούτο από τη γιαγιά του τη Χρυσή από τότε που μικρό παιδάκι καθόταν στα γόνατά της και του’λεγε με τη βραχνή φωνή της «το σταυρουδάκι σου Νώντα, το σταυρουδάκι σου και τα ασταπόβροντα θα πέσουν στο μεγαλοφάραγγο». Πέρασε η ώρα, άργησε ναρθεί ο άλλος σκοπός κι ο Νώντας με συντρόφεμα τ’ άφοβο εκείνο. Τούτη η αφέγγαρη νυχτιά με το τόσο ανεμοβρόχι είχε να φυλάει τις σκηνέ με τους βαριά τραυματισμένους στ’ Αλβανικό μέτωπο.
Κι ο Νώντας…ο Νώντας από την Πάφο, της μακρινής Κύπρου, βρήκε τούτη την τόλμη, τούτο το συντρόφεμα, τη βραδιά εκείνη στ’ Αλβανικό μέτωπο, όταν κατάλαβε…και καλά κατάλαβε πως οι τόσοι πληγωμένοι στις σκηνές παρέκει, πρόσμεναν το δικό του κουράγιο τη δική του απαντοχή.

Των Λευκάρων στενό δρομάκι (Βασίλης Χαραλάμπους)
Νωχελικό διάβα
στων Λευκάρων τα πέτρινα μεράκια
τ’ αποδείλινου διαδρομή
στο στενό δρομάκι
με τη γιαγιά Φροσού
τις πραμάτειες να διαλαλεί
την γιαγιά Φανού περέκει
π’ αποκοιμήθηκε θαρρείς
και λίγο πιο κάτω τη γιαγιά Λενού
που στην κουβέντα έχει ξεχαστεί
με της γειτονιάς τα σκολιαρούδια.
Ξεχάστηκε κι η γιαγιά Λενού
με τ’ άλλο το συνήθειο
που κάθε της γειτονιάς παιδάκι
σαν δικό της εγγονάκι βλέπει.

Μήπως δεν μας γνωρίσεις Πενταδάκτυλέ μου (Βασίλης Χαραλάμπους)
Δεν είναι φτιαγμένος
ο γέρο-Πενταδάκτυλος
από χώμα και βράχια
είναι το ίδιο φτιαγμένος
όπως η Επτάλοφος και τ’ Αϊβαλί .
Στα βραχολάγκαδα του
δεν ξενίζονται πια τ’ αητοπούλια
μήτε τα κυκλάμινα
που πηγαινοέρχονται στη λεύτερη γη.
Ξενίζονται μονάχα
οι αλειτούργητες εκκλησιές
κι οι πατρώες εστίες
του Καραβά και της Κερύνειας
που καρτερούν στο έβγα της λευτεριάς.
Κι η ηχώ στον βράχο του
δεν αντηχά στη λεύτερη γη
μόνο χώνεται βαθιά
στα λαγκάδια και τ’ ακροβράχια του
και περιμένει.
Κι όσο περνούν τα χρόνια
δοκιμάζουμε την πίκρα της επιστροφής
μήπως δεν μας γνωρίσεις Πενταδάκτυλέ μου.

Το λαούτον του Σπυρή (Βασίλης Χαραλάμπους)
Τωρά πως έμαθεν λαούτον ο Σπυρής έν άλλη κουβέντα, αφού με ο τζιύρης του ο Παντελής, με ο παππούς του ο Χρύσανθος έξερεν να παίζει. Λλίον ο πιθκιάβλιν έξερεν ο θκειός του ο Πετρής, μα εν τζιαι δοκίμασεν ποττέ του να παίξει ο Σπυρής.
Λαουτάρης ήταν ο γείτονάς του ο Βαρνάβας τζι όποτε επήαιννεν στον σπίτιν του να παίξει τότε που ήταν μιτσής με τον γιον του τον Στέλλιον που ήταν φίλος του, άμαν έλειπεν ο Βαρνάβας που έσσω, άφηννέν τον ο φίλος του ο Στέλιος που έξερεν ότι του άρεσκεν πολλά το λαούτον, να παίξει λλίον με το λαούτον του τζιυρού του. Μουσικήν έν τζι έξερεν να παίζει ο Σπυρής, μα άφηννέν τον ο Στέλλιος να παίζει όπως έθελεν.
Άρεσκεν του πολλά του Σπυρή το λαούτον, μα η πολλή η φτώσεια των γονιών του, έν τζι εσήκωννεν λαούτα. Τζι επειδή η φτώσεια ξέρει να μαειρέφκει τέχνες, εσκέφτην τζι έκαμεν έναν μιτσήν λαούτον που νεροκόλοκον. Έκοψέν του ο αρφός του ο Πολλύκαρπος έναν νεροκόλοκον που την μέσην τζι έβαλλέν του τζιαι τέσσερα ττέλλια που ήβρεν πεταξούμενα. Έπιασεν τζι έναν φτερόν της όρνιθας για πένναν τζι άρκεψεν να παίζει.
Πάντως την μέτραν, τον ρυθμόν που λαλούν τζιείνοι που ξέρουσιν που τούτα τα πράματα, έπιαννέν τον καλά. Ύστερα είπεν τζι ο φίλος του ο Στέλιος του τζιυρού του του Βαρνάβα τζι έμαθέν τον λλία κομμάθκια πάνω στο λαούτον. Λλίον ποτζιεί λλίον ποδά, κάτι έμαθεν τζιαι που δούλεψεν στην πρώτην του δουλειάν μισταρκός στην δούλεψην του Σώζου της Πολυμνούς, εγόρασεν τζι ο Σπυρής λαούτον.
Πάντως το φτίν του έππιανννεν καλά, αφού τζιείνα που άκουεν στους γάμους επήαιννεν έσσω τζι έπαιζεν τα καλά, όπως που να τα θκιάβαζεν σε βιβλίον, τζι ότι του έδειχνεν ο λαουτάρης ο Βαρνάβας έπιαννεν το που την πρώτην.
Έτσι όταν εμεάλωσεν τζι άλλον, επήαιννεν με τον Στασήν τον βκιολάρην τζι εκάμναν γάμους. Σε έναν γάμον λοιπόν που εγίνετουν μακρά στον Οίκον της Μαραθάσας, ένας μιτσής ήρτεν τζι έκατσεν χαμαί δίπλα του τζι έμεινεν τζι εθώρεν με ενδιαφέρον που εσάζαν τα πράματά τους οι βκιολάρηες ώσπου ν’ αρκέψουσιν.
Ο Σπύρης για να μεν πεν τζιαμαί στα πόθκια τους ώσπου ν’ αρκέψουσιν, είπεν του μιτσή, ‘’άτε γιε μου, πήαιννε τζι εσού να παίξεις με τα άλλα τα κοπελλούθκια’’. Ένας άλλος μιτσής λλίον μεαλλύτερος, είπεν του Σπυρή μέσ’ τ’ αφτίν, ότι ‘’έν ορφανόν που μάννα τζιαι που τζιύρην το κοπελλούιν τούτον τζι άφησ’ το να χαρεί τζιαι τούτον λλίον, θκειε λαουτάρη’’.
Τζιαμαί ο Σπυρής αθθυμήθηκεν τα δικά του που ήταν μιτσής τζι έδωκέν του το να παίξει λλίον να πάρει την χαράν του. Τζι ώσπου να πάει ο Σπυρής να πιεί λλίον νερόν τζιαι να’ρτει, ήβρεν το βκιολίν με μιαν χορδήν. Τωρά ίντα που γίνεται; Κάμνει το η καρκιά του να θυμώσει του μιτσή τ΄αρφανού; ‘’Η χαρά που πήρεν τούτον το μιτσήν το ορφανόν, αξίζει εκατόν χορδές’’, εμονολόησεν ο Σπυρής.
Έτσι ο Σπυρής ο λαουτάρης τζιείνην την νύχταν, πάνω στον Οίκον της Μαραθάσας, εσυνόδευκεν τον Στασήν τον βκιολάρην με μιαν χορδήν, αφού για λλόου του η χαρά που πήρεν που τούτον το μιτσήν το ορφανόν, άξιζεν εκατόν χορδές. Ας έν καλά τζι ο Στασής ο βκιολάρης που τζιείνην την νύχταν, έκαμεν το δοξάριν να χορέφκει αντικρυστόν πάνω στο βκιολίν του. Η χαρά που πήρεν που τούτον το μιτσήν το ορφανόν, άξιζεν εκατόν χορδές.

Έτσι και στης καρδιάς το καθάριο (Βασίλης Χαραλάμπους)
Ιστόρημα παλαιόν στης Καλούγκα το βαθυπράσινο στη μακρινή Ρωσσία καταμεσίς στους Σκητιώτικους κήπους της Όπτινα.
σιμά στη γαληνεμένη λίμνη την καλοκαιρινή εκείνη νύχτα που ο στάρετς εκείνος Βαρσανούφιος σιωπηλά στ’ ακρολίμνιο πλησίασε τον γέροντα Γεννάδιο τον ολιγογράμματο για τους αγραμμάτους του κόσμου τούτου που «μοναχά» το ψαλτήρι να διαβάζει είχε μάθει.
Κι ο γέρων εκείνος Γεννάδιος το λιμνίσιο νερό κοιτάζοντας χωρίς την παραπανήσια μακρυλογία αρχίνισε ν’ αργοξηγά πως σε τούτο το γαλήνιο και καθάριο νερό του Θεού τη σοφία βλέπει
και πως καθώς τ’ ολοκάθαρο λιμνίσιο νερό τ’ ουρανού τους αστέρες ανταυγάζει έτσι και στης καρδιάς το καθάριο της Δόξης ο Κύριος
δεν καθρεφτίζεται μονάχα αλλ΄ οίκον δικόν του την κάνει μ’ αποκάρπι ουράνιο την απερίγραπτον εκείνην χαρά και μακαριότητα.
«Και ταύτα αυτού λαλούντος » την καλοκαιρινή εκείνη νύχτα κοντά στη γαληνεμένη λίμνη ο στάρετς Βαρσανούφιος εσιώπα.

ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΣΤΟΡΗΜΑΤΑ (Βασίλης Χαραλάμπους)
Δισταχτικά ξεφυλλίζω ξεχασμένα στορήματα από την ατέρμονη εκείνη της Άγαρ νυχτιά κι ας αντηχεί στις χαράδρες του Πενταδάκτυλου το επιμύθιο από κείνο τον ορυμαγδό.
Με το πρώτο λιόβγαλμα τ΄ αγριομάζωμα των διαπορούντων μοναστών τ΄ Άη Παντελεήμονα.
Σαμάρια, χαλινούς και μάστιγας για τούτη την παραπανήσια αγάπη στον Πανοικτίρμονα Λόγο συρόμενοι στης Μύρτου το λιθόστρωτο και το βλέμμα πεισματικά στη γη να μην έχουν που μ΄αίμα ποτίζανε αλλά μοναχά στον ουρανό.
Μηδέ έπαψε των ασκητών το δοξολόγημα μηδέ τ΄ Αγαρηνού η παραπανήσια μάνητα.
Κι από το βυζαντινομονάστηρο ο ανάργυρος Μεγαλομάρτυς προσκαρτερούσε στις βυζαντινές τοξοστοιχίες παρεμπρός στα αδειανά κελλία ετούτους τους μάρτυρες καλογέρους.
Κι ετούτο το μαρτύριο « άλλω τρόπω » αδιάκοπα κανοναρχούσε το δοξολόγημα.
Το ιστορικό τούτο γεγονός μαρτυρείται από τον Pouqueville στο βιβλίο του « Histore de la Regeneration de la Grece»

Ο ΣΠΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΩΝΗ (Βασίλης Χαραλάμπους)
Τ’ Άη Φίλωνα σήμερα κι ο Φιλωνής, το δεκαπεντάχρονο αγόρι, από την Κώμα του Γιαλού, δεν βγήκε με τον πατέρα του για ψάρεμα, γιατί από νωρίς πήγαν στην εκκλησιά.
Μετά τη Θεία Λειτουργία, βγήκε για περίπατο στην ακρογιαλιά.
Κοίταξε ολοτρίγυρα, κανείς δεν υπήρχε, πήδηξε στη βάρκα τους, την έλυσε κι αρχίνισε να πλέει πλάϊ στ’ ακροθαλάσσι.
Ο Φιλωνής λοιπόν, το μεγαλύτερο αγόρι του Γιώργη του ψαρά, είναι το στήριγμα του πατέρα του στο ψάρεμα.
Σήμερα όμως είναι μεγαλογιορτή. Ο φίλος του, ο Άη Φίλωνας γιορτάζει.
Είναι κι η θάλασσα γαληνεμένη και σιγοτραβάει με τη βάρκα μονάχος; Κάτι φαίνεται να’χει τυλιγμένο στην αμασχάλη του. Κωπηλατεί αργά κάτι σιγοψέλνοντας.
Τα μπράτσα του δυνάμωσαν πολύ στο ψάρεμα.
Δεν απομακρύνεται από τη ακτή. Μάλλον κατά τα βράχια πάει. Κάνει το σταυρό του και συνεχίζει να κωπηλατεί.
Σε λίγο σταματά να κωπηλατεί και προσαράζει προσεκτικά στα βράχια. Δένει βιαστικά τη βάρκα σ’ ένα ακροβράχι και μπαίνει σε μια μικρή βραχοσπηλιά.
Δεν πρέπει να μεσημεριάσει γιατί τον περιμένουν στο σπίτι για το τραπέζι.
Το’χουν συνήθειο στο χωριό εκείνος που γιορτάζει να κάνει μεγάλο τραπέζι και να’χει καλεσμένους τον παπά και τους ψάλτες.
Το’χει μεγάλο καημό να’ναι κι αυτός εκεί, να ψάλλει στο γιορτινό τραπέζι.
Μάζεύει λοιπόν τ’ αγριόχορτα και προχωρεί στο βάθος της σπηλιάς. Βγάζει προσεκτικά μια μικρή εικόνα τ’ Άη Φίλωνα, πού΄χε τυλίξει σε πανί, και την βάζει σε ένα κοίλωμα στο πίσω μέρος της σπηλιάς.
Γονατίζει λοιπόν ο Φιλωνής και παρακαλεί τον Άγιό του, για το φίλο του τον Ανδρέα που είναι παράλυτος,
για τη γιαγιά του που είναι άρρωστη, το θείο του τον Παναγή που είναι στη ξενιτιά και το γείτονά τους που έχει επτά παιδιά και είναι άρρωστος στο κρεββάτι.
Κάνει λοιπόν το σταυρό του, προσκυνά το εικόνισμα του Αγίου κι επιστρέφει με τη βάρκα του στο ψαρόμωλο, στην Κώμα του Γιαλού.
Από τότε, κάθε φορά που βρίσκει λίγο χρόνο ο Φιλωνής κι όταν έχει μπουνάτσα, γλιστρά αθόρυβα με τη βάρκα στ’ ολογάλανο, για τη σπηλιά για να παρακαλέσει τον Άγιο του να γαληνέψει και της καρδιάς του το μπουρίνι.
Και γίνηκε «ο σπήλιος» του Φιλωνή, του χωριού του το γόνυ, που τον Άη Φίλωνα ικέτευε για όλο το χωριό.

Απείθαρχοι επιβάτες στη βιασύνη του κόσμου (Βασίλης Χαραλάμπους)
Ο βαρκάρης βιαζόταν συνεχώς ανεβοκατέβαινε από τη βάρκα του στην κάθε προκυμαία.
Σχεδόν τραβούσε τα καημένα τα γεροντάκια πού΄θελαν να κατεβούν στα Μοναστήρια όπως τον καπετάνιο π΄ αφήνει τους απείθαρχους ναύτες στα ξερονήσια.
Σιωπηλά μ΄ κείνη τη γαλήνη στο πρόσωπό τους απείθαρχοι επιβάτες στου κόσμου την τόση βιασύνη που τόσο το στρατί μακραίνει.

